You are currently viewing Ανθούλα Δανιήλ: Αντώνης Μακρυδημήτρης, Περίπτερα πυρός. Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 2024

Ανθούλα Δανιήλ: Αντώνης Μακρυδημήτρης, Περίπτερα πυρός. Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 2024

Πες μου την παρέα σου να σου πω ποιος είσαι, λέει ο ελληνικός λαός, αλλά για έναν διανοούμενο νομίζω πως πρέπει να λέμε πες μου τα βιβλία σου. Μερικά από τα βιβλία του Αντώνη Μακρυδημήτρη τα βρίσκουμε στο μότο του  βιβλίου με τον τίτλο Περίπτερα πυρός και πολλά άλλα στο σώμα των ποιημάτων. Εκεί, αρχής γενομένης από τον Όμηρο, παγκόσμιο γενάρχη της ποίησης, θα βρούμε και θα ακούσουμε τον Δαυίδ με τους Ψαλμούς του, το χιλιομελετημένο και πολυμεταφρασμένο Άσμα Ασμάτων, την Καινή Διαθήκη -τον Ματθαίο συγκεκριμένα-, τον Δάντη, για τον οποίο σχεδόν κάθε χρόνο έχουμε και μια νέα μετάφραση κυρίως από την Κόλαση (ο Νίκος Καζαντζάκης κατάφερε να μεταφράσει όλη τη Θεία Κωμωδία –Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισο), τον Σαίξπηρ οπωσδήποτε  που πυροδότησε την έμπνευση, αν και τα Περίπτερα πυρός ως τίτλος πηγάζουν από το Άσμα Ασμάτων, τον Μιχαήλ Άγγελο, την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Τζον Κητς, τον «Ύμνο στην Αφροδίτη» (Σαπφώ, Όμηρος), τον Ιωάννη της Αποκάλυψης, τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη· μία ανθολογία στίχων, φράσεων, λέξεων, αισθημάτων,  σκέψεων,  ρήσεων, όλα για την αγάπη, για τη ζωή και τον έρωτα, την ομορφιά και την αλήθεια. Και πάλι ο John Keats, στο μότο της πρώτης ενότητας, στην «Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία»:

Beauty is truth, truth beauty, – that is all/  Ye know on earth, and all ye need to know / «Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά./

Αυτό είναι όλο που ξέρεις πάνω στη γη και όλα όσα είναι ανάγκη να ξέρεις».

Όλοι λαμπροί ποιητές κι ανέσπεροι στίχοι. Είναι γνωστή και η φράση ότι κανείς επιλέγει τους προγόνους του. Κι αυτό το χρονικό ανακόλουθο φανερώνει τα βιβλία που διαβάζουμε και τους  αγίους στους οποίους προσευχόμαστε. Δεν μας διαφεύγει και η προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη:

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό /και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη./ Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα… (Οδ. Ελύτης Το Άξιον Εστί). Ο ποιητής επιλέγει αυτούς του δύο για τη «λαλιά» τους, την αλήθειά τους.

Ο «έρωτας» και η «αγάπη» είναι δύο λέξεις στην ελληνική γλώσσα εκεί που οι άλλες έχουν μία, εν προκειμένω η αγγλική, love. Οι Έλληνες διέκριναν τη διαφορά. Ο έρωτας για τους αρχαίους ήταν  συμπάρεδρος των μεγάλων θεσμών, πράγμα που σημαίνει ότι είναι άλλος  από εκείνον που  τρελαίνει όποιον κατέχει· ο δ’  έχων μέμηνεν, κατά τον Σοφοκλή. Ο Χριστός έθεσε την αγάπη ως βάση της κοινωνίας,  για τον έρωτα δεν είπε τίποτα,  η Εκκλησία μίλησε για την αγάπη, όχι για τον έρωτα, η Γαλλική Επανάσταση μίλησε για  Αδελφότητα την τοποθέτησε ανάμεσα στη Ελευθερία και την Ισότητα, οι μαρξιστές τον αγνόησαν, οι Ρομαντικοί ύψωσαν τον έρωτα στ’ αστέρια και οι ρεαλιστές τον κατέβασαν στη γη. Όμως, όπως και αν  τον είδαν, όπως κι αν  τον είπαν, ο έρωτας και η αγάπη υπάρχουν και κυριαρχούν και υπερβαίνουν τα όρια και τις ταμπέλες που τους έβαλαν.

 

Ο Μπρετόν «θεωρούσε τον έρωτα την μοναδική ευκαιρία του ανθρώπου  που έρχεται σε μια προνομιούχα στιγμή για να καταξιώσει την ύπαρξή του» (Andrê Breton, Τα Μανιφέστα του Σουρρεαλισμού, μτφρ. Ελένη Μοσχονά, Δωδώνη 1972). Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες ύμνησαν τον έρωτα, την ομορφιά, την αγάπη και το πάθος της ψυχής για τη ζωή, κόντρα σε όλα τα συστήματα  που θέλησαν να τον περιορίσουν μόνο σε μια μηχανική λειτουργία.

 

Ο Μακρυδημήτρης, με τα μεγάλα ονόματα που επικαλείται,  μας δείχνει εκείνο  που ο χρόνος δεν μπόρεσε να παραμερίσει στη σκιά. Την απόλυτη ομορφιά· σ’ αυτήν και με πολλές παραλλαγές, αφιερώνει τα δικά του λόγια αγάπης, τα λόγια της μεγάλης Ποίησης και μας ανοίγει τα χαρτιά του. Δανείζεται τους τίτλους από τα σονέτα του Σαίξπηρ, κυρίως, αλλά και από όλους τους άλλους που αναφέραμε ήδη. Ένας στίχος ή μισός ή μια ιδέα, μια σκέψη, ένα συναίσθημα είναι το έναυσμα για να πάρει τη σκυτάλη   και δημιουργώντας, αναδημιουργώντας, αναπλάθοντας, επανανοηματοδοτώντας,  ερμηνεύοντας, προεκτείνοντας  να πάει την ποίηση πιο πέρα.

Ο Σαίξπηρ γράφει δεκατετράστιχο, ο Μακρυδημήτρης φτιάχνει το δωδεκάστιχο ποίημά του χωρισμένο σε τέσσερις τρίστιχες στροφές. Πρόκειται για τις τερτσίνες που εισήγαγε ο Δάντης αλλά όχι μόνο· στην Ελλάδα ο Σολωμός, ο Καζαντζάκης  και άλλοι. Το σύνολο των ποιημάτων της συλλογής είναι 100 και φέρουν ελληνική αρίθμηση·  ρ΄.   Τα εκατό αυτά ποιήματα είναι χωρισμένα σε πέντε ενότητες των είκοσι. Κάθε ενότητα έχει μουσικό τίτλο: Ι. Προανάκρουσμα  /Adspectum (Preludio). ΙΙ. Έξαρση/ Excelsitas (Alegro). ΙΙΙ. Κάμψη  (Flexio (Adagio).  IV. Έκλειψη / Decedere (Andante). V. Αποχαιρετισμός Memorator (Finale). Εν ολίγοις, είναι σαν μια μουσική Συμφωνία που συνήθως έχει τέσσερα μέρη, αλλά η παρούσα έχει και πέμπτο,  όπως καμιά φορά τα σονέτα έχουν ουρά. Δηλαδή, έξτρα στίχους. Είναι μία συλλογή που διαβάζοντάς την ακούμε μουσική, κάθε συλλαβή και μια νότα.

Και όπως τα σονέτα του Σαίξπηρ είναι άτιτλα, και έχουν θέμα τους την ομορφιά, τον έρωτα την απιστία, τη φθορά, τον θάνατο, το μέλλον της ποίησης – Who will believe my verse ιn time to come κ.ά. και απευθύνονται σε δεύτερο πρόσωπο, σε κάποιον συνομιλητή, έτσι και o  Μακρυδημήτρης κάνει το ίδιο. Ακολουθεί κατά γράμμα τον μεγάλο βάρδο αλλά όλα είναι αλλιώτικα κι ας φαίνονται ίδια. Όλα έχουν περάσει από το φίλτρο της δικής του ματιάς.

Κάτι που κάνει εντύπωση είναι το ότι, διαβάζοντας τους τίτλους  στον πίνακα περιεχομένων, είχα την αίσθηση πως διάβαζα στίχους από ένα  ποίημα και το ποίημα ήταν η ενότητα, ότι όλοι οι τίτλοι πύκνωναν σε πέντε ποιήματα-ενότητες και αραίωναν σε 100. Η ευελιξία της συλλογής   δηλαδή, πέντε μέρη μιας συμφωνικής ορχήστρας, με σύνολο οργάνων εκατό,  ή πέντε ποιήματα, σύνολο στίχων επίσης εκατό.  Σαν βεντάλια, αλλιώς, που όταν ανοίγει έχει εκατό στελέχη- ποιήματα και όταν κλείνει γίνονται πέντε. Σαν το πέτρινο λουλούδι που ήταν ένα, αλλά, όταν άνοιξε, από τα πέταλά του ξεπήδησε ένα ολόκληρο μπαλέτο.

 

Πρώτο ποίημα  -α΄- «where the beauty lies», σονέτο 2, στίχος 5. Πού βρίσκεται η ομορφιά, ρωτά ο Σαίξπηρ και απαντά ο Μακρυδημήτρης, κοιτάζοντας τον κόσμο γύρω:

 

Αν κάποτε αναρωτηθείς κι εσύ / Πού   πήγε, πώς χάθηκε ο θησαυρός

                              Των ημερών της ηδονής

 

Τον εαυτό σου μην κοιτάξεις στον καθρέφτη/ Το βλέμμα ρίξε αλλού σε νέους ανθρώπους /Και δες πού μετακόμισε το κάλλος

 

Ο ανθός της ωραιότητας που κάρπισε κάποτε μ’ εσένα/ Δεν χάθηκε, δεν έσβησε από τον κόσμο για πάντα/ Έμεινε σε άλλα πρόσωπα  κι από εκεί σε άλλα, αενάως

 

Έτσι απ’ το παράθυρο του γήρατος κι εσύ/ Θα δεις τα ίχνη τα χρυσά της νιότης/ Να φέγγουν και να έρχονται σαν πρωινό ξανά. 

 

Ο ποιητής ένωσε τη μία άκρη της ζωής με την άλλη, τη νιότη με το γήρας την ομορφιά τότε με την ομορφιά τώρα, το «εγώ», δρων πρόσωπο, το εγώ παρατηρητής σαν να μας λέει πως δεν πρέπει να θρηνούμε επειδή τα νιάτα χάθηκαν –«ο θησαυρός/Των ημερών της ηδονής»αλλά να είμαστε χαρούμενοι που κάποτε υπήρξαμε κι εμείς ηδονικοί κι ωραίοι νέοι.  Τίποτα, τελικά, δεν χάνεται, απλώς μετατοπίζεται. Η ομορφιά πάει από τον ένα στον άλλο άνθρωπο, η ζωή κάνει γέφυρες για να περάσει, γιατί ζωή είναι ο βίος, είναι ένα τόξο που τεντώνεται και τρέχει να βρει τον θάνατο· τῷ οὖν τόξῳ ὄνομα βίος, ἔργον δὲ θάνατος,  κατέθεσε ο Ηράκλειτος.

Έτσι, με την «ομορφιά» και τις «μέρες της ηδονής» ο ποιητής υπαινίσσεται την εξέλιξη. Κι ο άνθρωπος που γεννήθηκε από «το πάθος και το φλογερό ζευγάρωμα» άλλων ανθρώπων, δεν πρέπει να μένει μόνος.

 

Αναλώνεσαι στη μοναχική ζωή και πιστεύεις

Πως αυτό είναι μια λύση;

Νομίζεις πως έτσι η ύπαρξη δεν θα μαραθεί;

……………………………………………………

Ακόμα κι αν ήταν έτσι, είναι τούτο σωστό

Για ένα πλάσμα θνητό που γεννήθηκε από  άλλους ανθρώπους

Μέσα στο πάθος και το φλογερό ζευγάρωμα;

(ποίημα δ΄)

 Και στο αμέσως επόμενο ποίημα ε΄, καταλήγει με τη συμβουλή:

 

Ας μη χαθεί κι η ευκαιρία αυτή –

Τέτοια ωραιότητα δεν πρέπει να μένει στεγνή

Ούτε μόνη· δέξου την αγάπη, κράτησε την κι εσύ. 

 

Εκείνο το carpe diem  θα έπρεπε να αλλάξει σε carpe vitam. Επειδή η ζωή είναι μία και μοναδική. Στη  διάρκειά της,  η  ποίηση, η μουσική, οι τέχνες γενικά και η  ομορφιά καταργούν τη μοναξιά, δίνουν η μια το χέρι στην άλλη κι ο ένας άνθρωπος στους άλλους ανθρώπους· η τέχνη είναι μια «απέραντη αλληλεγγύη», είπε ο Σεφέρης,  είναι προσφορά ψυχής.

 

Στο ποίημα θ΄ εμπλουτίζει το θέμα:

 

Πάρε, αγάπη μου, την αγάπη μου, δέξου την όλη 

………………………………………………

Μα αν η ψυχή σου σε άλλες αγάπες στραφεί κι ενδώσει

Δεν είναι άλλος ο αίτιος παρά μόνον ο έρως

Γιατί είναι στη φύση του πάντα να αναζητεί

…………………………………………..

…… η αγάπη έχει τη δύναμη να υπομένει

Να συγχωρεί, να ελπίζει και να πιστεύει, να μην ξεπέφτει

Να μη ζηλεύει, να μην ασχημονεί – όμως, ο έρως, αυτός ο δαίμων;  

 

Σ’ αυτό το ποίημα ο ποιητής, παίζει με τις λέξεις «αγάπη» και «έρως» και  δίνει το δικαίωμα στο άτακτο παιδί της Αφροδίτης να μπει στη μέση και να πληγώσει τον απαρνημένο. Στο τέλος όμως η αγάπη θα κινήσει. Ο Μακρυδήμητρης μεταφέρει τον ύμνο στην αγάπη με όλα τα χαρακτηριστικά της, όπως μας την έχει περιγράψει ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή, αλλά στην άκρη του στίχου του θα βάλει με ερωτηματικό τον έρωτα ως δαίμονα. Και, Ναι, του δίνει άφεση. Είναι ο «δαίμων», θεός ή διάβολος, κάτι ανάμεσα στα δυο ή και α δύο. Ανεξέλεγκτος και δικαιολογημένος. Ο Breton γράφει στο β΄ Μανιφέστο του: «Διανοητικά ή πραγματικά η ομορφιά ελάχιστα διακρίνεται, a priori, από την ομορφιά του διαβόλου».

Να σχολιάσουμε ότι η λέξη «αγάπη» σ’ αυτό το ποίημα   παίζει τέσσερις φορές και ο «έρως» τρεις. Συνολικά εφτά, όπως εφτά φορές αναφέρεται και στο σονέτο του Σαίξπηρ  η λέξη «love».

Σε τελείως διαφορετικό γλωσσικό  πεδίο, ο Σαίξπηρ στον Ριχάρδο Γ΄, δούκα του Γκλόστερ, δείχνει τον φονικό δαίμονα που έχει μέσα του με μια σειρά από φονικά με κίνητρο την αγάπη! (δηλαδή, τον θρόνο):

 

Το χέρι τούτο, που για την αγάπη σου / σκότωσε την αγάπη σου/ για την αγάπη σου/ μια πιο πιστή αγάπη θα σκοτώσει (Πράξη Α΄, Σκηνή 2, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, Βούλα Δαμιανάκου).

 

Και ποια είναι η αγαπημένη του ποιητή; Ποιου από τους δύο; Και των δύο. Στο ιδ΄ ποίημα, ο Μακρυδημήτρης  επιχειρεί να την περιγράψει αλλά μας αφήνει στο σκοτάδι όπως και ο μέγας βάρδος· ιδού:

 

 Ξαφνιάζονται και με ρωτούν για σένα που μιλώ

Αν είσαι γυναίκα ή άνδρας, πρόσωπο ζωντανό

Ή πλάσμα φαντασίας, ονείρου όνειρο, μη υπαρκτό

………………………………………………

Όμως εγώ δεν θα σε αφήσω να πλανηθείς στο σκοτάδι

Θα σου δώσω καινούργια ονόματα, θα σε πλάσω με χρώματα

Ώστε όταν σε βλέπουν να λένε- «μα ήταν γνωστό». 

 

Άντρας ή γυναίκα (μέγα θέμα η Βlack lady), πλάσμα φαντασίας ή όνειρο θα το ξαναβρούμε και σε άλλα ποιήματα, όπως και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν· γυναίκα αποστασιοποιημένη και ηγεμονική, «Περαστική» στον Μπωντλέρ, «μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα», στον δικό μας  Σολωμό, σαν Παναγία στον Ελύτη, με τα ίδια χαρακτηριστικά: επιβλητικό παράστημα, μεγαλοπρεπές φόρεμα, υπερήφανο περπάτημα, χάρη και θεϊκή ομορφιά. Παράδειγμα το ιε΄ ποίημα:

 

Ομολογώ πως δεν είχα ποτέ αντικρύσει μια θεότητα

Να βαδίζει, να   διασχίζει τον δρόμο μπροστά μου ανάερα

Και χαριτωμένα, έως ότου είδα εσένα…

 

Μηδέν φοβού ά μέλλεις παθείν,  συμβουλεύει ο Ιωάννης της Αποκαλύψεως. Στο μότο της ενότητας «Έξαρση» (allegro), γρήγορο, με ένταση και πάθος·  και ο Ελύτης παρομοίως στη Μαρία Νεφέλη:

«Εγώ είμαι»  μου είπε «μη φοβάσαι/   κείνα που ’ναι γραφτό να πάθεις».

Ήταν ο Ιωάννης των ερώτων, λέει ο Ελύτης και μας περνάει τα πάθη ως φυσική συνέπεια του ερωτευμένου.

 

 

Ο Μακρυδημήτρης  στο ποίημα κα΄  πάει πιο πέρα το θέμα:

 

Υποταγή της ζωής στης ψυχής τα κελεύσματα

…………………………………………………………

……………………………………            οι εραστές

Πλησιάζουνε τρέμοντας με ασίγαστη έλξη και πίστη

Στο σημείο εκείνο που δυο ποτάμια σμίγουνε

Και χύνονται σε κοίτη μία στον ωκεανό της αγάπης

 

Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν… ακούμε την ηχώ του στο μυστήριο της Ακολουθίας του Γάμου, μυστήριο από το οποίο  προκύπτει ζωή.

 

Στην τελευταία τερτσίνα, ποίημα λγ΄, ο ποιητής  φανερώνει τον καημό του να βρει

 

Την κατάλληλη έκφραση, τον προσήκοντα τόνο

Και ύφος, δίχως στολίσματα  περιττά, που δεν προσθέτουν·

 

Κι εδώ κρυμμένος ο Σεφέρης μας υπενθυμίζει πως θέλει να μιλήσει «απλά» γιατί  και «την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της», αναζητώντας την αλήθεια.

 

Όμως στο ποίημα ξ΄, στο μότο-τίτλο  από τα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου, η προτροπή  fugite, amanti, amor, απευθυνόμενη προς κάθε επίδοξο εραστή είναι αποτρεπτική. Κι ο σύγχρονος ποιητής συμβουλεύει τον αναγνώστη να φύγει μακριά απ’ τον έρωτα γιατί

 

Ο έρωτας ανάβει μεγάλη φωτιά στην καρδιά

Καίει τη σκέψη, λυγίζει τα μέλη, λιώνει το βλέμμα

Βουλιάζει στο πάθος την ψυχή και το πνεύμα   

 

Είναι αυτός ολόιδιος ο λυσιμελής έρος, το γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον που κάνει τον άνθρωπο να καίγεται, να μη βλέπει, να μην ακούει, να βουΐζουν τα αφτιά, να ιδρώνει, να τρέμει … Όμως  «όλα κανείς να τα τολμάει πρέπει», λέει η Σαπφώ και μεταφράζει ο Ελύτης. Και ο αμετανόητος  Μακρυδημήτρης, στο ποίημα ξ :

 

Αν ήταν να ξαναγεννηθώ, δεν θα ήθελα να αγαπήσω αλλιώς. 

 

Και φτάνουμε στην «Έκλειψη», όπου δεν μπορεί να αποτραπεί το προδιαγεγραμμένο.

Κοιτάζοντας τη δύση το βλέμμα χάνεται στου δειλινού το χρώμα

το βιβλίο γλιστράει από το χέρι και πέφτει στο χώμα

μια ανάσα απ’ τ’ όνειρο βγαλμένη έρχεται κι αγγίζει τον ώμο (ξς΄)

 

Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να συγκρίνω το τωρινό επεισόδιο με εκείνο το 100 ετών του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου…. Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…» (Όνειρο στο κύμα).

 

Κι έπειτα, τα φύλλα των δέντρων πέφτουν  όπως τα είδε ο Όμηρος: οίαπερ φύλλων γενεή τοιήδε και ανδρών  κι η ομορφιά πηγαίνει σε άλλα φύλλα.

 

Έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια και στη γωνιά μια λυπημένη Αγγελική.

Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει, το ξόδεψα όλο.

                                         (Οδ. Ελύτης, Ημερολόγιο…)

 

Όμως και πάλι δεν το βάζει κάτω, ζητά το αδύνατο: Στήτω ο χρόνος, ας πάψει ο ήλιος τη φορά (ξζ΄). Και πότε ο ήλιος το έκανε αυτό; Μια φορά, κάποτε στην Παλαιά Διαθήκη, όταν δεν έδυσε για να νικήσει ο Ιησούς του Ναυή τους εχθρούς του, και μια φορά δεν ανέτειλε, για δυο μέρες, για να χορτάσει ο Δίας τον έρωτα με την Αλκμήνη, αν και ο Ηράκλειτος υποστηρίζει πως  ούτε ο ήλιος μπορεί να παραβιάσει τους νόμους της φύσης: Ἥλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες μιν Δίκης ἐπίκουροι ἐξευρήσουσιν.  Φαίνεται όμως ότι για βασιλιάδες και θεούς ο ήλιος κάνει εξαίρεση και η φύση συναινεί.

 

Κι έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού

 

Τούτοι οι στίχοι, οι «φτωχοί πικροί μου στίχοι»

Μνήμα δεν είναι, μα σημείο απλό και τεκμήριο

Της ύπαρξής της αινιγματικής μορφής σου

 …………………………………………

Η πόρτα της ποίησης είναι πάντα ανοιχτή

Μα δεν μπαίνουν όλοι εύκολα μέσα εκεί –

Αλλά αν ερχόσουν ξανά σ’ εμένα ή στη δική μου τέχνη; (πα΄)

 

Άσβηστη η ανάμνηση από στα δρώμενα «Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι» όπου ο Σικελιανός επικαλούνταν την αλήθειά του: «μάρτυράς μου να

’ναι ο στίχος/ ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος», στην παραπάνω τερτσίνα. Στη δεύτερη όμως είναι ο Γιώργης Παυλόπουλος που μας έχει βεβαιώσει ότι η πόρτα είναι ανοιχτή και δεν χρειάζονται αντικλείδια… πίστη χρειάζεται.

 

 

Ο Μακρυδημήτρης δουλεύει τον στίχο του έτσι ώστε να φαίνεται απλός και καθημερινός, όμως διδάσκει σαν καλός δημιουργός που αγαπά τους αναγνώστες του. Σε μια εποχή που όλοι επιδιώκουν την πρωτοτυπία και γι’ αυτό κατεβάζουν στα έργα τους διαβόλους και τριβόλους ο Μακρυδημήτρης κατεβάζει αγγέλους. Και η διαδικασία που κατεβάζει αγγέλους είναι πιο δύσκολη, όπως έχει επισημάνει και ο  Ελύτης. Και αυτή η  διαδικασία δείχνει με ποιον έχει επικοινωνία ο ποιητής και από πού αντλεί έμπνευση και βοήθεια. Ο Όμηρος και όλοι οι μεγάλοι που έχουν τη θέση τους σ’ αυτή τη συλλογή, φανεροί στο μότο ή μισοκρυμμένοι στους στίχους, είναι το δικό του εικονοστάσι.

Σ’ αυτούς προσεύχεται και σ’ αυτούς καταφεύγει. Πάνω σ’ αυτούς χτίζει το δικό του οικοδόμημα και από αυτών το καταπίστευμα τρέφεται. Είναι οι γίγαντες στους ώμους των οποίων πατούν οι νεότεροι, όχι για να γίνουν ίδιοι, αλλά  για να δουν καλύτερα το μέλλον, λέει ο Ουμπέρτο Έκο. Είναι οι πεθαμένοι που μας βοηθούν, όπως έλεγε ο Σεφέρης που έπρεπε να μιλήσει με τους πεθαμένους και ο Σικελιανός με τους δικούς του που παρακολουθούσαν τους νεότερους στα «ξάγναντα πρωτοπανηγυριώτες».

Στα Περίπτερα πυρός είναι ο Σαίξπηρ το γερό θεμέλιο, όμως ο Μακρυδημήτρης δείχνει πως έχει καλά χωνεμένη όλη τη παράδοση από τον γενάρχη Όμηρο έως σήμερα. Όπως οι πρόγονοι στα κάδρα στους τοίχους επιβάλλουν την παρουσία τους έτσι και οι απόγονοι στους στίχους κάνουν το ίδιο. Η σύγχρονη ομορφιά δεν μπορεί παρά να είναι η διάδοχη της προηγούμενης με έκδηλα τα σημάδια της καταγωγής.

Ο  διακειμενικός πλούτος, η λέξη, ο λόγος, ο στίχος, η κρυμμένη ομοιοκαταληξία, ο ρυθμός, ο  υπαινιγμός, το νόημα που τρέχει απρόσκοπτα από τον ένα στίχο στον άλλο, από το ένα ποίημα στο άλλο, σαν νεράκι καθαρό σε ήρεμο ποτάμι, όλα δείχνουν την πορεία του ποιητή που μιλά με αγάπη, γεννώντας αγάπη και παραπέμποντας πάντα στην αγάπη, αποδεχόμενος την όποια αλλαγή με αγάπη. Ο απολογισμός, το αναπάντητο γιατί, τα μεταποιημένα ερωτήματα που απασχόλησαν όλους τους σοφούς και δεν τα έλυσε ούτε η φιλοσοφία  ούτε άλλος κανείς, ο συμβιβασμός με όλα όσα έρχονται, η ανάγκη να αποδεχτούμε όσα φεύγουν,  το παράδοξο μυστήριο της απίθανής ζωής που βγαίνει στο ξέφωτο.

Στο τέλος η αυτοαναφορά είναι εμφανής. Η Νέκυια του ποιητή, η κάθοδος στον Άδη με  οδηγό τον Ορφέα (που κι εκείνος αναζητούσε την Ευρυδίκη), ήταν μια περιήγηση στον ποιητικό παράδεισο και μια έκπληξη σε κάθε βήμα.

Το τελευταίο ποίημα ρ΄:

 

Εσείς που διαβάσατε όλους τους στίχους

Και φτάσατε έως εδώ, πέρα από την ευγνωμοσύνη μου

Δεχτείτε και τον ειλικρινή θαυμασμό

 

Που καταφέρατε να μείνετε ξάγρυπνοι τόσην ώρα

Βλέποντας το δράμα ενός έρωτα να ξετυλίγεται

Και να φθάνει σε αναπάντεχο τέλος

 

Τον Ορφέα ακολουθώντας κατέβηκα στον Άδη

Γυρεύοντας την ψυχή την αγαπημένη

 Πένθησα για δεύτερη φορά, αφού κοίταξα πίσω

 

Κρεμώ τώρα τη λύρα και μπαίνω στη σιωπή

Ύστερ’ από τη μεγάλη λάβρα στην καρδιά, γαλήνη

Αύρα λεπτή πνέει στα φρένα- το πάθος έγινε άσμα.

 

Ο Αντώνης Μακρυδήμητρης ακολουθώντας το παράδειγμα του William Shakespeare που συχνά στα δράματά του κάνει αυλαία, ζητώντας την επιείκεια του κοινού, μας ευγνωμονεί που τον διαβάσαμε και μας ενημερώνει   πως μετέτρεψε το πάθος και το πένθος σε αύρα και άσμα και πως θα κρεμάσει την λύρα.

Στο εξώφυλλο. Μινιατούρα: love Conversation. Large Heildelberg Song Manuscript.1300-1440 (Σαν να βλέπω την Φραντζέσκα και τον Πάολο να διαβάζουν την ιστορία της Γουίνεβιρ και του Λάνσελοτ).

Κι ο αναγνώστης;  Ίσως θυμηθεί τι είπε η Σαπφώ:

«Όμως άνθρωπος δυο πιθαμές εγώ τον ουρανό δεν κάνω απόπειρα ν’ αγγίξω», γιατί θα καώ, προσθέτω εγώ.  Κι αν τόλμησα, ποιητή,  ν’ αγγίξω τα γραπτά σου,  ζητώ με τη σειρά μου την επιείκειά σου.

Ωστόσο, ας προσθέσω ακόμα τους σοφούς στίχους του αρχαιότερου ελληνικού τραγουδιού του Σείκιλου:

 

“Όσο ζεις λάμψε, καθόλου μη λυπάσαι. Η ζωή διαρκεί για λίγο, ο χρόνος καθορίζει το τέλος”

 

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2016/08/blog-post_89.html

 

 

                                                 Ανθούλα Δανιήλ

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.