Το αντικλείδι της ψυχής μου να γίνεις
Η Εύα Σταματοπούλου είναι γνωστή εδώ και αρκετά χρόνια μέσα από ένα ποιητικό έργο με έντονα υπαρξιακό χαρακτήρα και θέματα προσωπικού βιώματος, όπως αυτά αποκαλύφθηκαν στις τρεις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της. Η πρωτόγνωρη ωριμότητα του ποιητικού λόγου της ξαφνιάζει καθώς οι υπομνηματισμένες χρονολογίες σε ποιήματά της, που έχουν ήδη εκδοθεί, σε συνάρτηση με το βιογραφικό της παραπέμπουν στα χρόνια της σχολικής της ακόμη ζωής. Η Σταματοπούλου λοιπόν, αν και ξεκίνησε από νωρίς την ποιητική γραφή, ήταν εξίσου από νωρίς ποιητικά ώριμη. Τελευταία, σε φάση πλέον ηλικιακής ωριμότητας, εγκαταλείπει τον κόσμο των υπαρξιακών βιωματικών αναζητήσεών της, γιατί, μετά από πολλές νοητικές αλλά και πραγματικές επισκέψεις στη χώρα της ερωτικής αγάπης, αισθάνθηκε έτοιμη να μιλήσει με τη δική της ποιητική γλώσσα, με τη δική της γυναικεία προσωπική εκφραστικότητα για τη μοναδικότητα της δύναμης αυτού του τόσο ιδιαίτερου για τον άνθρωπο αισθήματος.
Το ποίημα της συλλογής, «Περί διδύμου έρωτος και ΣΙΑ» παραπέμπει μέσω της σύζευξης έρωτα και θανάτου στο Άσμα Ασμάτων του Σολομώντα και στην περιώνυμη και τόσο δυνατή φράση του «κραταιά ως θάνατος αγάπη», από την οποία η Σταματοπούλου νομίζω ότι ορμήθηκε και τη μετέπλασε με τον δικό της μοναδικό τρόπο στο ποίημα-κεφαλή της συλλογής, που τόσο εύστοχα στη θέση αυτή τοποθετήθηκε.
Και, αφού με αυτό το ποίημα ο αναγνώστης βρίσκεται στο πρώτο κύμα ενός ποιητικού ερωτικού ωκεανού, το ερώτημα που τίθεται είναι με πόση επάρκεια ο οποισδήποτε φιλολογικός λόγος θα μπορούσε να τον οδηγήσει ως το βάθος του. Αυτή είναι η πραγματικότητα, καθώς οι πολλαπλές εκφάνσεις του ερωτικού βιώματος της ποιήτριας σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν μέσα από έναν φιλολογικό σχολιασμό, ο οποίος ως είδος λόγου φείδεται συνήθως λεκτικών αποτυπώσεων ερωτικής ευφορίας ή και άλλων συναισθημάτων .
Η τέταρτη λοιπόν ποιητική συλλογή της Εύας Σταματοπούλου παραδίδεται στον αναγνώστη με το ιδιαίτερο διαβατήριο ενός πολύ ευρηματικού τίτλου, μέσω του οποίου η ποιήτρια προτρέπει αφοπλιστικά το αντικείμενο του έρωτός της να πάρει κατ’ ουσίαν το κλειδί (όχι το αντικλείδι) της ψυχής της, εν ολίγοις του παραδίδεται… Από την άλλη πιθανόν να καλεί και τον κάθε αναγνώστη να φθάσει στα άδυτα του ψυχικού κόσμου της και να φιλοξενηθεί στα ερωτικά πάθη της.
Πέρα από τον τίτλο, η ποιήτρια μας προϊδεάζει για τις εκφραστικές εξάρσεις του συναισθήματος, οι οποίες θα ακολουθήσουν στο εσωτερικό του ποιητικού βιβλίου θέτοντας ως προμετωπίδα δύο αποσπάσματα από το Μονόγραμμα και τον Μικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη. Σας επισημαίνω από αυτά το επίθετο «ερωτοφωτόχτιστος» και μαζί του το σχόλιο της ποιήτριας: «Αφιερωμένα σε όσους έχουν τη δύναμη να αγαπούν». Και εγώ συμπληρώνω «και να ματαιώνονται».
Ας περάσουμε όμως στο σαλόνι του ποιητικού βιβλίου της Εύας Σταματοπούλου, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024 από τις ΑΩ εκδόσεις. Το εξώφυλλο διακοσμείται με ένα κατάλληλο με τη θεματολογία της χαρακτικό του εικαστικού Αριστείδη Πατσόγλου (διακρίνεται τουλάχιστον ο φτερωτός θεός σε αυτό) και η πρώτη ενότητα της συλλογής φιλοξενεί 22 μακροσκελή ποιήματα, τα οποία γράφτηκαν στο διάστημα 1996 ως 2022. Η επόμενη ενότητα ορίζεται με ένα δεύτερο, πιο αισθησιακό, χαρακτικό του ίδιου εικαστικού και αποτελείται από 33 μικρά ποιήματα εκτεινόμενα σε δύο έως δώδεκα στίχους, τα οποία γράφτηκαν μεταξύ 2000 και 2024 με τίτλο της ενότητας «Μικρά ερωτικά».
Η Εύα Σταματοπούλου ακολουθεί τη διαδρομή του ερωτικού αντικειμένου της, προσωπικού ή απρόσωπου, φωτεινού ή σκοτεινού, ως εκπληρωμένου και κυρίως ως ανεκπλήρωτου έρωτα. Αναλυτικότερα: Μετά το αρχικό δίπτυχο έρωτα και θανάτου, η ποιήτρια προσεγγίζει το αντικείμενο του πόθου και της αγάπης της με τρυφερότητα: «δεν μου ’χει μείνει πια / […] Παρά μονάχα μια τούφα απ’ τα μαλλιά σου», όταν εκφράζει την απουσία του (σελ.11). Το προσεγγίζει ακόμη με θαυμασμό: «Το μαύρο του μαύρου / που τραγουδούν οι κόρες σου / το πύρινο μάγμα που στάζει σταλιές σταλιές / απ’ τις κόρες σου», όταν καταθέτει το απόσταγμα της αγάπης της στο ποίημα με τον δάνειο από τον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη τίτλο «Όττω τις έραται» (σελ.16). Η ολοκληρωτική παράδοσή της στον έρωτα σαν στην αγκαλιά-μήτρα της θάλασσας έρχεται στο ποίημα «Βυθισμένοι στη μάνα θάλασσα» (σελ.18). Το ποίημα «Ερωτικόν» (σελ.21) εξάλλου αποτελεί έναν ύμνο λατρείας στα μορφικά χαρακτηριστικά τού προσώπου και του σώματος του αγαπημένου «Τα μαύρα μάτια σου να κλέψω / και τα πανέμορφα λαιμά σου / […] Της ευμορφιάς σου το καλούπι». Eπίσης «Οι βραχίονές σου / Στιβαροί, αντρικοί, / σχεδόν ολύμπιοι / Να με αγγίζουν και / Να απογειώνομαι». Ανιχνεύεται στα παραπάνω μια κατευθείαν επιρροή από τη Μυρτιώτισσα, που στο ποίημά της «Πάθος» λέει αντίστοιχα: «Ω! τα μάτια, τα μάτια σου / με γητεύουν τα μάτια σου / Μες στα χέρια – τα χέρια σου / τα γερά κι ατσαλένια / και το σώμα, το σώμα σου, νευρικό κι ανδρειωμένο».
Ο έρωτας όμως για την ποιήτρια, σαρκικός ή σπάνια πλατωνικός, στα περισσότερα ποιήματα έχει την κραυγή της απόγνωσής της, λόγω της απουσίας, της άρνησης ή της απομάκρυνσης και αγνόησης εκείνου που αγαπά. «Γιατί πονάω πλέον πιο πολύ τα πρωινά / Κι αργούν πολύ να φύγουν οι μελανιές / Απ’ τα πατήματα και τα χάδια / Των σκιών σου» (σελ.11). Τα ξέχειλα όμως από λατρεία λόγια της είναι οι επικλήσεις της προς το αγαπημένο πρόσωπο όταν αυτό είναι θετικό στα αισθήματά της: «αγαπημένε μου, / με πόσο φως με έχεις γεμίσει» και εκφράζει την ευγνωμοσύνη της για την ύπαρξή του στο πλάι της. «Για τις πτήσεις που μου χάρισες», όπως λέει χαρακτηριστικά (σελ.39).
Αλλά και τα μικρά ποιήματα της Σταματοπύλου στην ενότητα «Μικρά ερωτικά» δεν υπολείπονται μεστότητας ερωτικών αισθημάτων, καθώς η πύκνωση του λόγου με απόλυτη λιτότητα αποκτά μια απίστευτη δυναμική που θυμίζει συχνά τα χαϊκού χωρίς βεβαίως να είναι τέτοια στη μορφή, ωστόσο είναι ανώτερα σε τεχνική αλλά και σε ένταση αισθήματος και λυρισμού. Λέει η ποιήτρια (σελ. 56):
«Σε ποια ρωγμή του φεγγαριού / Να ’χω τον νου δοσμένο / Με την ντροπή του κοριτσιού / Που ’ταν από αγάπη ξεχασμένο».
Και λίγα λόγια γενικότερα. Η Εύα Σταματοπούλου είναι μια σύγχρονη ποιήτρια που δεν διστάζει στη νέα ποιητική συλλογή της να καταργήσει τα στεγανά εκείνα που θέλουν τον ερωτικό ποιητικό λόγο – και μάλιστα τον γυναικείο– περιχαρακωμένο από τον καθωσπρεπισμό και τη σεμνοτυφία. Ο έρωτας που περιγράφει δεν είναι της σφαίρας του βυρωνικού ρομαντισμού, αλλά αντίθετα αγγίζει την ομορφιά του κορμιού, τη χαρά των αισθήσεων, το πάθος, την ευδαιμονία του ερωτισμού ως πηγή της ζωής. Ο λόγος της περιέχει τη σεξουαλική εμπειρία, εκφρασμένη άλλοτε άμεσα άλλοτε μεταφορικά –πάντως ξεκάθαρα η ατμόσφαιρα είναι ηδονιστική: «Η σάρκα / που αναμένει / Τρεχαλητό στους πόρους μου / Τα στήθια μου / παύουν να μετρούν τις ώρες / Και δυναμίτιδα στο ρούχο – φυγή στο φως / Πυρρές ηλιαχτίδες τα ποτίζουν /» (σελ.16). Η λεκτική καθαρότητα είναι άξια παρατήρησης στο παρακάτω ποίημα και όχι μόνο: «χαϊδεύοντας το στέρνο, την κοιλιά μου / Και όλα τα ανήλιαγα, πλέον, λοφάκια / σαν άγγελος που άφησες προστάτης» (σελ.15). Ακόμη η φραστική τολμηρότητα και η μη απόκρυψη των ενδόψυχων επιθυμιών, το απροσχημάτιστο ύφος αποτελούν χαρακτηριστικά ολόκληρης της συλλογής.
Δανειζόμενη το επίθετο από τον Παλαμά, θα πω ότι η ποίηση της Σταματοπούλου είναι «θηλυκόψυχη», καθώς με γυνακεία αίσθηση αντλεί από το βίωμα και περιγράφει τις σχέσεις ερωτισμού και ποίησης, ηδονισμού και ποιητικής έκφρασης, μια κάπως αιρετική στάση-έκφραση απέναντι στην καθιερωμένη, που ως τα τώρα υιοθετούσαν ακόμα και άνδρες ποιητές. Η Σταματοπούλου τολμάει να μιλήσει για τον γυναικείο ερωτισμό εμμένοντας, και χωρίς ενδοιασμούς, να εκφράζεται τολμηρά ως προδομένο ή μάλλον αγνοημένο ερωτικό υποκείμενο. Η ποίησή της είναι ένα κράμα ρομαντισμού και ελευθεριάζουσας ορμής, στοιχεία τα οποία στην εποχή μας άλλες φωνές πραγματεύονται με πιο ρεαλιστικά επιθετικό τρόπο. Το ερωτικό της αντικείμενο, άλλοτε σκοτεινό και άλλοτε φωτεινό, δηλώνεται τις περισσότερες φορές εκρηκτικά απόν. Αυτή η απουσία είναι που περιγράφεται με αισθησιασμό ντυμένο με ζωντανές, τολμηρές εικόνες και ευρηματικά νοητικά και λεκτικά σχήματα, έντονη μεταφορικότητα και αλληγορίες, που αποδίδουν τη συντριβή ή την απογείωση του συναισθηματικού κόσμου της ποιήτριας παρασύροντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν στις μέρες μας υπάρχει τόσο ειλικρινής και άνευ όρων και ορίων παράδοση ψυχής και σώματος στο ερωτικό αντικείμενο. Μια συμπύκνωση των παραπάνω δειγματοληπτικά στο ποίημα «Και όμως ο γλάρος δεν περίμενε την αυγή» (σελ. 41).
Στον ποιητικό λόγο της Εύας Σταματοπούλου ο αναγνώστης διακρίνει και την άριστη γνώση και κατάλληλη χρήση της ελληνικής, τη γνώση της μυθολογίας και την ευφυή κατά το εικός και αναγκαίον ένταξη ή μετάπλασή της μέσα στο ποιητικό σύμπαν της. Διαφαίνεται επίσης η παιδεία της στις διακειμενικές αναφορές της, με έμμεση παραπομπή στη Σαπφώ και άμεση κυρίως στο Μονόγραμμα του Ελύτη, στον οποίο οφείλονται σε αρκετές περιπτώσεις οι λυρικές και ρυθμικές εξάρσεις της, αν και το στίγμα του ερωτικού παλμού στον λόγο της είναι τελικά ολότελα δικό της, (σελ.25: «Επειδή σε αγαπώ και σε αγαπώ / Τις νύχτες που γύρω μου ξαπλώνεις / Κι επειδή αγαπώ της ψυχής σου τον τρόπο / Λέω να σου ψελλίσω με αγάπη / Της νυχτιάς μου το σκοπό», ξεχωρίζοντας σε αυτή τη στροφή και τους δεσμούς της με την παραδοσιακή ποιητική φόρμα.
Για την Εύα Σταματοπούλου η ποίηση είναι ένα όχημα, μια διέξοδος μέσα από την οποία απορρέουν καρποί ευαισθησίας, στην προκειμένη περίπτωση, γεμάτοι απελπισμένη και αφοπλιστικά εκφραστική ειλικρίνεια. Ο λόγος της αποδίδει ανάγλυφα το μαρτύριο της απουσίας αλλά και της παρουσίας του έρωτα και του ερωτικού πάθους περνώντας συχνά τις κόκκινες γραμμές, χωρίς δε λεκτικές εκτροπές ή υπεκφυγές παρουσιάζει τον πόθο γυμνό και φλεγόμενο.
Αν και στο ύφος της υπάρχει συχνά μια χαλαρότητα ή αμφισημία ή αμφιθυμία, που δυσκολεύει ή ταξιδεύει τον αναγνώστη, ο πηγαίος λυρισμός και η λοιπή απλότητα, όχι απλοϊκότητα, του λόγου εστιάζουν στην υπερχείλιση μιας τρυφερής ψυχής και περνούν τον αναγνώστη από ονειρικές διαδρομές που μόνο η καλή ποίηση μπορεί να ακολουθήσει. Η ειλικρίνεια, ο αυθορμητισμός και ο προσωπικός παλμός έκφρασης δίνουν την αίσθηση του ανεπιτήδευτου και μαζί με τον πηγαίο λυρισμό συνιστούν στοιχεία που συγκροτούν την προσωπική σφραγίδα της Σταματοπούλου στον ελληνικό ερωτικό ποιητικό λόγο.
Διατυπώνοντας την άποψη ότι ο μεγάλος έρωτας δωρείται μόνο μία φορά στη ζωή κάθε ανθρώπου και ότι δεν του αξίζει καμία λησμοσύνη, αξίζει ο αναγνώστης να βυθιστεί στη φλεγόμενη ερωτική έρημο της Σταματοπούλου, όπως σκιαγραφείται στην καταληκτική στροφή του ποιήματος (σελ. 18) «Βυθισμένοι στη μάνα θάλασσα».
Τι ευτυχία να μην μετανιώνεις λεπτό
για την ομορφιά που άγγιξες
με τ’ ακροδάχτυλά σου
που τόσο άπληστα κατάπιες…
ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΑΥΛΑΚΟΥ
Γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ και κατέχει τον μεταπτυχιακό τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία» από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αφυπηρέτησε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μετά από 32 χρόνια ως διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Καλαμάτας. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη βιβλιοκριτική και την επιμέλεια κειμένων. Κριτικές, άρθρα, διηγήματά της και άλλα κειμενικά είδη έχουν φιλοξενηθεί σε μεσσηνιακές και αθηναϊκές εφημερίδες, σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, στις συλλογικές επετειακές εκδόσεις της Ε.Μ.Σ. για το ’21 και το 1922 και στις Μεσσηνιακές Δημιουργίες (τόμ. Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄). Συμμετείχε με διηγήματά της στα συλλογικά έργα: 1821: Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (2021), Λεοπαρδάλεις στον ναό (2021) και Κωνσταντινούπολη: Νόστος στον χώρο και στον χρόνο (2024). Εξέδωσε το βιβλίο με διηγήματα Όρια και ρήξεις (2023).