Εγώ θα ξεκινήσω από την αρχή, από την πρώτη ημέρα, από το πρώτο επεισόδιο, από την πρώτη σκηνή. Γιατί πολλά ειπώθηκαν και περισσότερα ακόμα θα ειπωθούν – και δικαίως – για τη σειρά Αdolescence, εγώ όμως θα σταθώ στην αρχή. Κι αυτό γιατί νομίζω ότι η αρχή αυτή είναι η αρχή πολλών κακών· και, ενώ και η κάθε λεπτομέρεια αναλύθηκε μέχρι εξαντλήσεως, η αρχή συζητήθηκε ελάχιστα και, νομίζω, όχι επί της ουσίας.
Ώρα έξι τα χαράματα, ο κόσμος κοιμάται, ησυχία επικρατεί παντού στους δρόμους. Ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς, έναν άντρα και μια γυναίκα που καλαμπουρίζουν μεταξύ τους βαριεστημένα και με μάλλον χοντρό χιούμορ, λαμβάνει σήμα να κατευθυνθεί προς κάποια διεύθυνση. Στο μεταξύ καμιά δεκαριά αστυνομικοί, οπλισμένοι σαν αστακοί συγκεντρώνονται έξω από το σπίτι για το οποίο έχει ληφθεί η κλήση και που ανήκει σε μια εργατική οικογένεια. Συντάσσονται, σπάνε την πόρτα με κριό και εισβάλλουν στο εσωτερικό με τα πυροβόλα παρατεταμένα και, ουρλιάζοντας, προστάζουν μητέρα και κόρη, που έχουν πεταχτεί πανικόβλητες από τα κρεβάτια τους, να πέσουν κατάχαμα. Ορμούν στον πάνω όροφο περνώντας από πάνω τους με τις βαριές τους μπότες και τις αλεξίσφαιρες στολές. Ο πατέρας έντρομος, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, ρωτάει τι συμβαίνει, προσπαθεί απεγνωσμένα να προστατεύσει την οικογένειά του, η οποία, σκέφτεται ο μη ενημερωμένος θεατής, σίγουρα θα φιλοξενεί κάποιον επικίνδυνο τρομοκράτη της κλάσεως ενός Οσάμα Μπιν Λάντεν ή, αν το δούμε διαχρονικά, ενός Τζένγκις Χαν. Οι πάνοπλοι αστυνομικοί ανοίγουν με βρόντο μια πόρτα και μπροστά μας βλέπουμε ένα ισχνό παιδάκι ανασηκωμένο στο κρεβάτι του, σφηνωμένο κατάχλωμο στη γωνιά του κρεβατιού του. Σηκώνει τα χέρια ψηλά, έχει στην κυριολεξία κατουρηθεί από τον φόβο του.
Είχα την ανάγκη να σας περιγράψω τη σκηνή, ως μη όφειλα ίσως, αφού την είδατε και σίγουρα σοκαριστήκατε κι εσείς. Κι όμως εντέλει πέρασε σχεδόν ασχολίαστη. Γιατί άραγε; Μήπως έχουμε συνηθίσει στην αστυνομική βία σε τέτοιο βαθμό που να θεωρούμε ότι δικαιολογείται ακόμα και στην περίπτωση ενός 13χρονου παιδιού μιας φιλήσυχης οικογένειας που ποτέ δεν έχει δώσει αφορμή; Θα μου πεις, εδώ είμαστε στη Μεγάλη Βρετανία όπου κάθε κτίριο και κάμερα ασφαλείας, άρα ΞΕΡΟΥΝ ότι ο μικρός έχει διαπράξει φόνο. Από την αρχή δεν μας αφήνουν πολλές αμφιβολίες για αυτό, αφού τον είδαν. Το ερώτημα που προκύπτει όμως είναι, έχει άραγε η αστυνομία στη συγκεκριμένη περίπτωση να κάνει με έναν τόσο σατανικό έφηβο ώστε να εισβάλλει στο σπίτι του με τον τρόπο αυτό;
Έξαψα λοιπόν και φρόντισα να μάθω ότι την τακτική αυτή δεν την επιφυλάσσει η αστυνομία της Βρετανίας για εξαιρετικά επικίνδυνους εγκληματίες, αλλά πρόκειται για πάγια τακτική εισβολής -ακόμα και σε σπίτια με ανυποψίαστα παιδιά των οποίων η ψυχική υγεία δέχτηκε ισχυρό πλήγμα.
Το σχολείο είναι το δεύτερο πεδίο με το οποίο θα ασχοληθώ· κι αυτό όχι μόνο γιατί με αυτό ασχολείται το 2ο επεισόδιο, αλλά επειδή το σχολείο αποτελεί βέβαια βασικό δομικό στοιχείο της κοινωνίας που ανατρέφει τα νεανικά μυαλά. Παρόμοιες καταστάσεις χαοτικών σχολείων έχουμε ξαναδεί στο σινεμά, θυμηθείτε την περιώνυμη παλιά «Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», λίγο αργότερα «Στον Δάσκαλό μας με Αγάπη», πολύ αργότερα, το 2003 το Elephant του Gus van Sant, το Ανάμεσα στους τοίχους, Το Κύμα, και τόσες άλλες. Εδώ τα πράγματα διαφέρουν προς το σκληρότερο. Το σχολείο αυτής της κωμόπολης της βόρειας Αγγλίας παραπέμπει στο περιβάλλον που ο συγγραφέας Ουίλιαμ Γκόλντινγκ μας περιγράφει στο περίφημο βιβλίο του «Άρχοντας των Μυγών». Βέβαια εκεί τα παιδιά έχουν αποκλειστεί σε ένα ακατοίκητο νησί, βρίσκονται μόνα τους χωρίς την παραμικρή καθοδήγηση από ενήλικους. Προσπαθούν να οργανωθούν, να δημιουργήσουν μια ιεραρχία, με αποτελέσματα όμως καταστροφικά που τα μετατρέπουν σε όντα πρωτόγονα τα οποία επιδίδονται σε φρικτές βαρβαρότητες.
Πόσο διαφέρουν τα παιδιά του σχολείου στο Adolescense από εκείνα που αποκλείστηκαν ολομόναχα σε ένα έρημο νησί; Έχουν άραγε καθοδήγηση, υπάρχει κάποιος να τα ακούσει, να τα νιώσει, να τα συμβουλεύσει; Για να δούμε τι βλέπουν στο σχολείο οι δύο αστυνομικοί που σπεύδουν εκεί για να “ανακρίνουν” τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες θύματος και θύτη. Μια συμπαθέστατη διευθύντρια «ξεναγεί» τους αστυνομικούς στο σχολείο που είναι στην αρμοδιότητά της. Η γυναίκα τα έχει τελείως χαμένα με την ευθύνη που έχει πέσει στους ώμους της. Και θεωρώ ότι τα έχει χαμένα από πολύ πριν. Δεν διαθέτει την παραμικρή δύναμη επιβολής στα παιδιά, μοιάζει τελείως άβουλη, απολογητική και ολοκληρωτικά αναρμόδια. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους καθηγητές. Ο κύριος που είχε στην τάξη του τα δύο παιδιά, θύμα και θύτη, μπαίνει στην αίθουσα αργοπορημένος σηκώνοντας τα παντελόνια του. Όταν ο ντετέκτιβ τον ρωτάει για την τάξη του η απάντησή του αντιστοιχεί με ένα σήκωμα των ώμων. Βλέπουμε στις τάξεις να προβάλλονται βίντεο, να διδάσκουν, μια μέρα σαν κι αυτή, για τη σημαία της Ουρουγουάης ή κάτι παρόμοιο, ένας καθηγητής έχει κολλήσει στον μαντρότοιχο της σχολικής αυλής δύο παιδιά και τα επιπλήττει με αυστηρότητα. Και τα παιδιά, μια μέρα σαν κι αυτή λοιπόν, μία ημέρα μετά τον φόνο της συμμαθήτριάς τους, χαχανίζουν με τον θάνατο, κάνουν καζούρα, ψιθυρίζουν συνωμοτικά μεταξύ τους (άραγε να κρύβουν κάτι περισσότερο; ), πηδάνε από παράθυρα για να γλυτώσουν από την αστυνομία (Ο Ράιαν που έδωσε στον Τζέιμι το μαχαίρι του φόνου). Η Τζέιντ, η κολλητή της Κέιτι, του νεκρού κοριτσιού, φέρεται με ασέβεια που εκπλήσσει σε καθηγητές και αστυνομικούς, γυρνάει την πλάτη και φεύγει και αυτή, και αργότερα πλακώνει στον ξύλο τον Ράιαν που γίνεται περίγελος από τους υπόλοιπους γιατί “τις έφαγε από ένα κορίτσι”. Οι καθηγητές είναι σχεδόν θεατές στο συμβάν, η παρέμβασή τους είναι απλώς διεκπεραιωτική. Αργότερα η Τζέιντ μιλάει με μια καθηγήτρια ιδιαιτέρως, είναι η μοναδική που καταφέρνει να της αποσπάσει μερικές κουβέντες, να της βγάλει κάποιο συναίσθημα. Όταν όμως λέει ότι θα ειδοποιήσει τη μητέρα της, η μικρή αντιδρά με σφοδρότητα και το βάζει πάλι στα πόδια λέγοντας ότι η μαμά της θα θυμώσει γιατί εξαιτίας της θα χάσει το μεροκάματο.
Αυτή είναι η αλήθεια, αυτή είναι η πραγματικότητα που τα παιδιά αυτά, στην πιο άγρια εφηβεία, βιώνουν και έχουν να αντιμετωπίσουν. Ένα σύστημα βίαιο που αντί να τους προστατεύει τους αντιμετωπίζει με ωμότητα, ένα περιβάλλον αδιάφορο, αναρμόδιο, και γονείς που παλεύουν για τον επιούσιο, που δεν έχουν λεπτό να αφιερώσουν στα παιδιά τους, γιατί δεν προφταίνουν, γιατί δεν μπορούν, γιατί δεν ξέρουν.
Αργότερα, στο σχόλασμα, βλέπουμε την Τζέιντ ανάμεσα στα άλλα παιδιά που περπατούν στον δρόμο για το σπίτι τους με το μάτι κολλημένο στο κινητό τους, να βαδίζει άσκοπα, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει· η μοναδική της φίλη, η μόνη που την καταλάβαινε, όπως εκμυστηρεύτηκε λίγο νωρίτερα στην καθηγήτρια, είναι νεκρή, δεν μπορεί ούτε στο σπίτι της να καταφύγει, εκεί όπου συνήθιζε να πηγαίνει ώσπου να γυρίσει στο δικό τους η μητέρα της· η οποία παρεμπιπτόντως, δεν την αφήνει να μένει μόνη της στο σπίτι τους.
Χαμένα παιδιά, χαμένοι γονείς, θύματα ένθεν και ένθεν. Και ένα σύστημα ένοχο, ανεπαρκές και βάρβαρο. Αυτό είναι το υπόβαθρο όπου το «σατανικό διαδίκτυο» και η κουλτούρα του incel κεντάει ψιλοβελονιά στα παιδιά μας τρομοκρατώντας μας. Εδώ τα πράγματα είναι ανεξέλεγκτα και μας έχουν ξεπεράσει. Γιατί η εφηβεία είναι πάντα τρομακτική, μην ξεχνάμε τα δικά μας, πόσο μάλλον που τώρα έχουμε να κάνουμε με καταστάσεις ύπουλες που τρέχουνε με χίλια και για τις οποίες τίποτα σχεδόν δεν ξέρουμε.
Ας δούμε τώρα το 3ο επεισόδιο, αυτό με την ψυχολόγο, που έκανε σε όλους μας ιδιαίτερη αίσθηση. Η Μπριόνι, η νεαρή και ευσυνείδητη ψυχολόγος, έχει κληθεί για να αξιολογήσει την ψυχολογική κατάσταση του Τζέιμι ο οποίος κρατείται στο αναμορφωτήριο ωσότου να οριστεί η δίκη. Ως μια καλά καταρτισμένη ειδικός έχει τις τεχνικές, τους τρόπους να εκμαιεύσει την αλήθεια –θεωρητικά τουλάχιστον. Στην πράξη όμως κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Ο Τζέιμι αντιλαμβάνεται τι παίζεται, πιάνει τις στημένες ερωτήσεις που στόχο έχουν την κατηγοροποίησή του, και ξεσπάει. Παρενθετικά, αλλά τελείως ουσιαστικά, να πούμε στο σημείο αυτό, ότι ο μικρός Όουεν Κούπερ στον ρόλο του Τζέιμι είναι ένα φαινόμενο. Θα έχετε διαβάσει ίσως ότι το παιδί αυτό δεν είχε την παραμικρή εκπαίδευση ως ηθοποιός, αυτός είναι ο πρώτος του ρόλος, και το 3ο επεισόδιο ήταν το 1ο που γυρίστηκε από τη σειρά, κάτι που σίγουρα δεν του έδωσε τον χρόνο να εγκλιματιστεί για αυτή την τόσο απαιτητική σκηνή. Πρόκειται για έναν ηθοποιό που μπορεί με άνεση να σταθεί μπροστά σε βετεράνους. Η περίπτωσή του, με τις απότομες σαν μαχαίρι ψυχικές μεταπτώσεις, μου θυμίζει τον Έντουαρντ Νόρτον, στον πρώτο κινηματογραφικό του ρόλο που τον καθιέρωσε, στην ταινία, του 1996, Primal Fear, όπου παίζει ένα τσεβδό και φοβισμένο παπαδάκι που έχει σκοτώσει τον ιερέα που τον εκμεταλλευόταν σεξουαλικά. Ο Νόρτον στον ρόλο αυτό ισχυρίζεται ότι πάσχει από αμνησία και τίποτα δεν θυμάται για τον φόνο. Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει αφιλοκερδώς την υπεράσπισή του, διότι στο πρόσωπό του βλέπει ένα θύμα, μένει άναυδος, όπως και εμείς οι θεατές, όταν στην καταληκτική σκηνή και αφού, έπειτα από σκληρή δικαστική μάχη, τον έχει αθωώσει, βλέπει τη ματιά, το χαμόγελό του, τον ακούει να του αποκαλύπτει ότι ποτέ δεν ψεύδιζε και ότι δεν είναι αυτός που υπερασπίστηκε αλλά ο άλλος που σκότωσε εν πλήρει συνειδήσει τον εκμεταλλευτή του. Ότι αυτός που υπερασπιζόταν δεν υπήρξε ποτέ. Θυμάμαι πόσο είχα εντυπωσιαστεί με αυτή την απίστευτη μεταστροφή του Νόρτον, ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν τότε 27 χρονών. Ε λοιπόν εδώ με αυτό το μικρό παιδί των 13 ετών έχουμε κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Ο έφηβος Όουεν Κούπερ πραγματοποιεί αυτές τις ψυχικές μεταστροφές από τη μια στιγμή στην άλλη και μάλιστα διαρκώς στις σκηνές που εμφανίζεται. Ένα φοβισμένο πλάσμα που έχει ακόμα τα ροδαλά μάγουλα μικρού παιδιού, που τρώει τα νύχια του και τα κοιτάζει γύρω του τρομαγμένο, ένα γλυκό αγοράκι που το συμπονάς και θέλεις να το πάρεις αγκαλιά, να το προστατεύσεις, μεταμορφώνεται αστραπιαία σε ένα πλάσμα δαιμονικό, σε ένα τρομακτικό θηρίο που θεωρούμε ικανό για την πράξη για την οποία κατηγορείται.
Κλείνει η απαραίτητη παρένθεση και προχωράω στην ψυχολόγο και στις μεθόδους της. Ο Τζέιμι είναι ένα παιδί τραυματισμένο, ένα παιδί που, στη μοναξιά του, έχει πέσει θύμα της ονομαζόμενης τοξικής αρρενωπότητας μιας διαδικτυακής κοινότητας, αυτής του Άντριου Τέιτ, ο οποίος διακηρύσσει την ανωτερότητα του αρσενικού και τον υποδεέστερο ρόλο που παίζει η γυναίκα στην κοινωνία, και η οποία φτιάχτηκε για να τον υπηρετεί και να τον εξυπηρετεί. Δικαιωματιστές που κηρύττουν τον μισογυνισμό. Κόκκινο χάπι, μπλε χάπι, διάφορα emoji, καρδούλες σε διαφορετικά χρώματα, σύμβολα που ο ενήλικας ούτε ξέρει ούτε μπορούσε να φανταστεί πόσο επικίνδυνα είναι, επιδρούν τραυματικά στην άγουρη ψυχή που, σε συνδυασμό με ένα κακοφορμισμένο περιβάλλον με ένα σωρό ελλείψεις, δημιουργούν τεράστια ζημιά στον έφηβο. Το διαδικτυακό bullying είναι αόρατο και πηγαίνει πολύ βαθιά. Δεν υπάρχουν μαυρισμένα μάτια, ματωμένα γόνατα, μόνο μια τσακισμένη οντότητα, που μπλοκάρει την ευαλωτότητα με κυνισμό και συναισθηματική αναισθητοποίηση.
Ο μικρός λοιπόν είναι τραυματισμένος ψυχικά και επομένως ευαισθητοποιημένος· δεν πιάνουν σ’ αυτόν παρόμοιες τεχνικές. Αν και ψυχικά ανώριμος, λόγω της ψυχοπαθολογίας του αλλά και των επιθέσεων που έχει δεχτεί, διαθέτει εντυπωσιακή ευστροφία και ικανότητα να διαβάζει τις προθέσεις των άλλων. Και, εκεί που χρειάζεται, να τους χειρίζεται. Δακρύζει όταν πρέπει, ορθώνει το ισχνό κορμάκι του πάνω από την ψυχολόγο και την χλευάζει: «Δεν είναι ντροπή να φοβάσαι ένα παιδί 13 χρονών;» Αλλού πάλι της λέει σαρκαστικά: «Πώς με κοιτάζεις έτσι; Νόμιζες ότι θα έλεγα κάτι σημαντικό, ε;» Αυτό βέβαια έχει και μια δεύτερη ερμηνεία· την αυτοϋποτίμηση. Άλλωστε λέει ότι είναι άσχημος, το πιστεύει. Και ρωτάει την Μπριόνι αν της αρέσει. Εδώ δεν νομίζω ότι η ερώτησή του έχει κάποια σεξουαλική χροιά. Νομίζω ότι είναι απλώς ο έφηβος που ζητάει επιβεβαίωση· όπως επιβεβαίωση ζητάει και όταν οργίζεται με τις ειδικές ερωτήσεις της. Ο Τζέιμι θέλει να της ανοιχτεί, “Δεν ήμουν πάντα έτσι”, λέει στην Μπριόνι, που όμως κρατάει τις αποστάσεις που της υπαγορεύει η εκπαίδευσή τους και ο επαγγελματισμός της . Εδώ ακριβώς είναι ακόμα ένα στοιχείο στο οποίο θέλω να σταθώ: Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι αυτό που λείπει από τη μέθοδο της επιστήμης. Ένα παιδί σαν τον Τζέιμι, ακόμα και τόσο «χαλασμένο» που όμως έχει τις κεραίες του σε πλήρη εγρήγορση, θα έπιανε αμέσως, πιστεύω, το χέρι που θα απλωνόταν προς το μέρος του. Και τότε ίσως να υπήρχε ακόμα κάποια ελπίδα για αυτό.
Για να κάνω σαφέστερο αυτό που θέλω να πω θα κάνω λίγο πίσω, στο δεύτερο επεισόδιο, στη σχέση του Λουκ, του αστυνομικού, με τον γιο. Ο ντετέκτιβ βλέποντας την κατάντια του σχολείου και αφού το παιδί του τού έχει εξηγήσει όπως όπως τη γλώσσα που μιλάνε τώρα οι έφηβοι (emojis κλπ, τα αναφέραμε πιο πάνω), πιάνει κάπως το νόημα και προτείνει στον γιο του να πάνε για φαΐ. «Πεινάω», του λέει. «Πάμε κάπου να τσιμπήσουμε κάτι». Ο γιός, ύστερα από έναν μικρό δισταγμό, δέχεται. Ο αδέξιος πατέρας μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο βρήκε κάποιον τρόπο να σπάσει τον πάγο, να πλησιάσει το παιδί του.
Στο ίδιο επεισόδιο πάλι, η αστυνομικίνα λέει στον Λουκ: «Έτσι ήταν και το δικό μου σχολείο. Βρωμούσε, τα παιδιά, τα πάντα, ήταν ένα χάλι». Και στην ερώτησή του πώς τα κατάφερε, απαντά, «Είχα μια καταπληκτική καθηγήτρια. Ήτανε και γαμώ τα άτομα!»
Η ανθρώπινη επαφή, το νοιάξιμο, μοιάζει να δίνει κάποια ελπίδα στην τραγική ιστορία.
Άφησα για το τέλος δυο λόγια για το σπίτι του θύτη, του μικρού Τζέιμι. Ο πατέρας είναι ασφαλώς σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση του γιου του. Αναμενόμενο. Δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια κακοποίησης, ούτε σεξουαλικής (αυτή αποκλείεται από την αρχή, όταν ο Τζέιμι οδηγείται στο τμήμα και αφού του ζητούν να βγάλει τα ρούχα του, τον εξετάζουν στο επίμαχο σημείο), αλλά ούτε συναισθηματικής. Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο έντιμο, εργατικό, που αγαπάει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Με μια πρώτη ματιά δεν βλέπουμε τίποτα μεμπτό· ίσως γιατί δεν υπάρχει. Όχι περισσότερο τουλάχιστον από ότι σε άλλα σπίτια, σε άλλες οικογένειες που θεωρούνται φυσιολογικές. Άλλωστε υπάρχει και μια κόρη, η οποία είναι ένα ήρεμο, συμπονετικό κορίτσι. Και όπως λέει η μητέρα μέσα στον πόνο της: «Εμείς την μεγαλώσαμε και αυτήν». Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με σχέση πατέρα-γιου. Ένας πατέρας που ήθελε το αγόρι του να είναι αθλητικό. Κάτι που ο Τζέιμι δεν ήταν. Και έπιανε ότι ο πατέρας του ντρεπόταν γι’ αυτόν. Μαθαίνουμε επιπλέον ότι υπάρχει ένα διαγενετικό τραύμα. Ο πατέρας έτρωγε ξύλο από τον δικό του πατέρα, υπάρχει ένα υπόγειο ιστορικό βίας στην οικογένεια. Ο ίδιος, φρίττει στο ενδεχόμενο να μεταφέρει αυτή τη βία στο παιδί του. Φαίνεται όμως ότι αυτή περνάει μέσα από τον καταπιεσμένο του θυμό, είναι προφανές ότι ο πατέρας αντιμετωπίζει τους δικούς του δαίμονες. Ο Τζέιμι αφηγείται στην ψυχολόγο ότι κάποτε ο πατέρας του διάλυσε σε ένα ξέσπασμα οργής την αποθήκη τους. Τον βλέπουμε άλλωστε πως αντιδρά όταν έχει απέναντι το παιδί που έριξε μπογιά στο φορτηγάκι του. Και η οργή που βράζει μέσα του είναι σίγουρα εμφανής σε πολλές περιπτώσεις της καθημερινής τους ζωής. Ο Τζέιμι, μαζί με τη διαδικτυακή τοξικότητα, έχει ασφαλώς καταγράψει την ψυχική αυτή θέση του πατέρα του ως μια φυσιολογική κατάσταση του αρσενικού.
Ας δούμε την μητέρα. Λίγα μας αποκαλύπτονται τόσο γι’ αυτήν όσο και για την αδελφή του Τζέιμι. Αυτό, σε ένα έργο όπου το κάθετι έχει τον ρόλο και τη σημασία του, δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Η μητέρα είναι μια καλή γυναίκα, αγαπάει τον άντρα της και τα παιδιά της, αλλά η επίδρασή της δεν φαίνεται πουθενά. Όταν ο άντρας της ρίχνει την μπογιά στο βανδαλισμένο φορτηγάκι του και οδηγεί σε έξαλλη κατάσταση, δεν βγάζει τσιμουδιά. Ούτε αυτή ούτε βέβαια η κόρη τους. Πρόκειται αναμφίβολα για μια πατριαρχική οικογένεια, όπου η γυναίκα παίζει δευτερεύοντα ρόλο.
Παρατηρούμε επίσης ότι το θύμα, η μικρή Κέιτι, καθόλου δεν εμφανίζεται, γεγονός που μάλλον παραξενεύει. Ακούγεται μόνο η φωνή της να ερμηνεύει τα δύο βασικά τραγούδια . To Fragile του Sting και Through the Eyes of a Child που με αυτό κλείνει το έργο. Η παρουσία της στοιχειώνει το έργο μόνο με τη φωνή της.
Είδα τη σειρά την ημέρα που ανέβηκε και σχεδόν μονορούφι. Για τα τεχνικά θέματα δεν θα πω πολλά, μόνο τον θαυμασμό μου να εκφράσω για τα μονοπλάνα και τις αμέτρητες πρόβες και την πειθαρχία που απαιτούσαν για να γίνουν.
Όσο για τις ερμηνείες, θεωρώ ότι είναι όλες κορυφαίες. Από τον Στίβεν Γκράχαμ στον ρόλο του τραγικού πατέρα (κορυφαίος στην τελευταία σπαρακτική σκηνή), στην Έριν Ντόχερτι σαν ψυχολόγο, στην μητέρα, στον αστυνομικό, στα παιδιά, ειδικά στην μικρή οργισμένη Τζέιντ, την φίλη της Κέιτι, στην φοβισμένη διευθύντρια του σχολείου.
Υποκλίνομαι στη Βρετανική κινηματογραφική παράδοση, είναι μοναδική στο είδος.
Πολλά έχω ακόμα να πω, αλλά δεν θα τα πω να μην σας κουράσω άλλο. Το διαδίκτυο θέλει συντομία, και το κείμενό μου αυτό σύντομο δεν είναι. Είπα όμως κάποια σημεία που είναι για μένα σημαντικά και ήθελα να τα υπογραμμίσω. Πολλά ειπώθηκαν για τους κινδύνους του διαδικτύου, για το dark web και τα σκοτεινά μονοπάτια του όπου τα παιδιά, κλεισμένα, ασφαλή όπως πιστεύουν οι γονείς, στο δωμάτιό τους, αντιμετωπίζουν, πριν ακόμα γνωρίσουν τι σημαίνει η πραγματική ζωή. Δεν θέλω θα υποτιμήσω αυτό τον παράγοντα, άλλωστε η σειρά αυτό κυρίως πραγματεύεται. Ο κοινωνικός όμως παράγοντας παίζει κεφαλαιώδη ρόλο και αυτός είναι που δίνει τη δύναμη σε ακραίες απόψεις που δηλητηριάζουν τα παιδιά. Υπάρχει μια παλιά αφρικάνικη παροιμία η οποία λέει, “Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί“. Το χωριό στις μέρες μας όλο και μεγαλώνει, μεγαλώνει κατά πολύ ανεξέλεγκτα και εμπεριέχει όλο και πιο επικίνδυνα στοιχεία.
2
ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Adolescence
Χορογραφημένη κοινωνική κριτική
Μόνο οι νέοι έχουν μια ερμηνεία για το καθετί, μια εξήγηση για τη σκοτεινιά και μια απόδειξη για κάθε ερώτημα, αυτό τους δίνει ορμή, πάθος και ενέργεια γιατί οι νέοι πριν μάθουν τι θέλουν, ξέρουν μετά βεβαιότητος τι δεν θέλουν.
Η σειρά «Εφηβεία» ξεκινά με ένα άγριο αστυνομικό ξέσπασμα: ένοπλοι αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι των Μίλερ τα ξημερώματα, σέρνοντας τον 13χρονο Τζέιμι Μίλερ από το κρεβάτι του, κατηγορώντας τον για τη δολοφονία της συμμαθήτριάς του Κέιτι. Πρόκειται για μια τρανταχτή, χαοτική σεκάνς που δίνει αμέσως τον τόνο – ωμό, κλειστοφοβικό και βαθιά ανησυχητικό. Από εκείνη τη στιγμή, το «Εφηβεία» αποφεύγει την παραδοσιακή φόρμουλα του αστυνομικού έργου δράσης και εστιάζει στο γιατί, ξετυλίγοντας τα ψυχολογικά και κοινωνιολογικά νήματα που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία.
Η «Εφηβεία» είναι μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων του Netflix είναι ένα αμείλικτο, σχολαστικά επεξεργασμένο δράμα που βυθίζει τους θεατές στις ψυχολογικές και κοινωνικές περιπλοκές της εφηβικής βίας. Με πρωταγωνιστή στον ρόλο του πατέρα Μίλερ τον Στίβεν Γκράχαμ (Boiling Point, Bodies), ο οποίος συνεργάστηκε στο σενάριο, η σειρά είναι ένα τολμηρό πείραμα στην αφήγηση, γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε συνεχείς, αδιάκοπες λήψεις, σε 4 καταπληκτικά μονοπλάνα. Αυτή η υφολογική επιλογή, που θυμίζει το Boiling Point και το Birdman, του σκηνοθέτη της σειράς Φιλιπ Μπαραντίνι εντείνει τον επείγοντα χαρακτήρα της αφήγησης, παρασύροντας μας στην ωμή αμεσότητα της κρίσης που εκτυλίσσεται.
Στο επίκεντρο της η «Εφηβεία» έχει την έρευνα για τον θάνατο της Κέιτι, αλλά η σειρά ξεπερνά τις συμβάσεις ενός τυπικού αστυνομικού δράματος. Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στα διαδικαστικά στοιχεία, η σειρά διευρύνει το πεδίο της για να εξετάσει τους ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των εφήβων. Μέσα από τις οπτικές γωνίες των γονέων της Τζέιμι, των ντετέκτιβ, των σχολικών αξιωματούχων και των ειδικών ψυχολόγων, η σειρά εμβαθύνει στις πιέσεις που δέχονται οι έφηβοι στη σύγχρονη κοινωνία.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της σειράς είναι η διερεύνηση της επίδρασης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στους νέους. Η αφήγηση συνυφαίνει ψηφιακά αποτυπώματα, ομαδικές συζητήσεις και ιογενείς φήμες στην έρευνα, καταδεικνύοντας πώς οι διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις μπορούν να κλιμακώσουν τις συγκρούσεις στον πραγματικό κόσμο. Εξετάζει το ψυχολογικό τίμημα του διαδικτυακού εκφοβισμού, την επιτελεστική φύση των προσωπικοτήτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη δυσκολία διάκρισης μεταξύ των πραγματικών απειλών και της εφηβικής στάσης.
Πέρα από το θεματικό της βάθος, η «Εφηβεία» είναι ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα του σκηνοθέτη Φιλιπ Μπαραντίνι. Το να γυρίζεται μια ολόκληρη σειρά σε μία μόνο λήψη είναι μια φιλόδοξη επιλογή, που απαιτεί άψογο συντονισμό μεταξύ ηθοποιών, κινηματογραφιστών, σκηνογράφων και όλων των συντελεστών. Το αποτέλεσμα είναι μια απρόσκοπτη, κλειστοφοβική εμπειρία που τοποθετεί το κοινό στο κέντρο του δράματος που εκτυλίσσεται. Οι μεγάλες λήψεις αυξάνουν την ένταση, κάνοντας κάθε στιγμή να μοιάζει άμεση και αναπόφευκτη, όπως ο αδιάκοπος έλεγχος και η πίεση που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί έφηβοι.
Η «Εφηβεία» δεν βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αληθινή ιστορία, αλλά η ιδέα της γεννήθηκε από πραγματικά και καταγεγραμμένα περιστατικά νεανικής βίας που ακούγονται στις ειδήσεις. Οι δημιουργοί της σειράς, Στίβεν Γκράχαμ και Τζακ Θορν, επιδιώκουν να ρίξουν φως στους παράγοντες που οδηγούν τους νέους σε τέτοιες πράξεις και να προκαλέσουν συζήτηση γύρω από αυτά τα κοινωνικά ζητήματα.
Παρά τη συναρπαστική του εκτέλεση, η «Εφηβεία» δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, αναγκάζει τους θεατές να παλέψουν με δύσκολα ερωτήματα: Ποιος είναι πραγματικά υπεύθυνος για τον θάνατο της Κέιτι; Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η τραγωδία; Πόση ευθύνη φέρει ο 13χρονος Τζέιμι, οι γονείς του, το σχολικό σύστημα ή η ευρύτερη κοινωνία που διαμόρφωσε την πραγματικότητά του; Η σειρά αντιστέκεται στον ηθικό απολυταρχισμό, αντ’ αυτού ζωγραφίζοντας την εικόνα ενός κόσμου όπου οι συνθήκες, οι επιλογές και οι επιρροές συγκρούονται με απρόβλεπτους και μερικές φορές καταστροφικούς τρόπους. Η σειρά ασκεί κριτική στο χειρισμό των νεαρών παραβατών από το σύστημα δικαιοσύνης. Αποκαλύπτεται η έντονη αντίθεση μεταξύ της άκαμπτης νομικής διαδικασίας και της ρευστής, συχνά χαοτικής φύσης των αποφάσεων των εφήβων, θέτοντας δύσκολα ερωτήματα σχετικά με την υπευθυνότητα και την επανένταξη.
Ο Στίβεν Γκράχαμ αποδίδει μια δυνατή ερμηνεία ως πατέρας του Τζέιμι, περιπλανώμενος στα ύπουλα νερά της άρνησης, της θλίψης και της απελπισμένης δικαίωσης. Η κάμερα παραμένει σε κάθε του αντίδραση, αποτυπώνοντας τις μικροεκφράσεις φόβου και αδυναμίας. Εντυπωσιακή η παρουσία του νεαρού Όουεν Κούπερ που υποδύεται τον Τζέιμι και μάλιστα κάτω από την πίεση της ροής του μονοπλάνου, η ερμηνεία του στο 3ο ειδικά επεισόδιο, το οποίο στηρίζεται πάνω του, είναι καταπληκτική. Το υποστηρικτικό καστ, συμπεριλαμβανομένων των ντετέκτιβ και των ειδικών ψυχολόγων που αναλύουν την υπόθεση, προσθέτει στην αυθεντικότητα, φέρνοντας ο καθένας μια διαφορετική οπτική για τη φύση του εγκλήματος ανηλίκων.
Με τον συγκερασμό του αστυνομικού δράματος, του κοινωνικού σχολιασμού και της πειραματικής κινηματογραφίας, η «Εφηβεία» είναι μια χορογραφημένη σπάνια τηλεοπτική σειρά. Πρόκειται για μια σειρά που δεν απεικονίζει απλώς ένα έγκλημα, αλλά αναλύει τους πολιτιστικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς που οδηγούν τους νέους στα όρια της ρήξης. Ζωηρή, προκλητική και βαθιά επίκαιρη, η «Εφηβεία» είναι μια από τις πιο συναρπαστικές μίνι σειρές που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια – μια απόδειξη τόσο της αφηγηματικής της φιλοδοξίας όσο και της τεχνικής της μαεστρίας των δημιουργών της Στίβεν Γκράχαμ και Τζακ Θορν όσο και του σκηνοθέτη της σειράς Φιλιπ Μπαραντίνι.
Όταν το τελευταίο επεισόδιο σβήνει στο σκοτάδι, η «Εφηβεία» αφήνει τον θεατή συναισθηματικά εξαντλημένο, αλλά και βαθιά στοχαστικό. Η τηλεόραση μετά από αυτή τη σειρά μπαίνει σε άλλες ράγες. Η απουσία παραδοσιακού μοντάζ και μουσικής κάνει τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις εκκωφαντική, αναγκάζοντάς μας να αντιμετωπίσουμε άβολες αλήθειες για τη βία των νέων και τις δομές που αποτυγχάνουν να την αποτρέψουν. Οι νέοι δεν ξέρουν αρκετά για να είναι συνετοί και γι’ αυτό προσπαθούν το αδύνατο κι εμείς μένουμε ενεοί να τους παρακολουθούμε.