You are currently viewing Κωνσταντίνος Μπούρας: Μάξιμος Αλυγιζάκης, Εντός των τειχών (δίγλωσση έκδοση, ελληνικά-γαλλικά). Ποιήματα με κολάζ, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα Φεβρουάριος 2024, σελ. 88, επιμέλεια: Κωνσταντινίδης Ι. Κορίδης

Κωνσταντίνος Μπούρας: Μάξιμος Αλυγιζάκης, Εντός των τειχών (δίγλωσση έκδοση, ελληνικά-γαλλικά). Ποιήματα με κολάζ, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα Φεβρουάριος 2024, σελ. 88, επιμέλεια: Κωνσταντινίδης Ι. Κορίδης

Δίγλωσση έκδοση των φιλοσοφικών-υπαρξιακών ποιημάτων ενός καθηγητή, επιμελημένη άριστα από τον ρέκτη τής τυπογραφικής τελειοθηρίας Κωνσταντίνο Ι. Κορίδη.

Ο Μάξιμος Αλυγιζάκης υπηρέτησε ως ακαδημαϊκός δάσκαλος στην Ελβετία για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Πολιτική η Επιστήμη του, ουμανιστική η προοπτική, Διαφωτισμός η κυρίαρχη ιδεολογία του. Πρέπει να αγαπάει κάποιος πολύ τους ανθρώπους για να γράφει έτσι.

Αφυπηρετώντας από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα αφιερώθηκε ολοσχερώς στην ποιοτική ποιητική φιλοσοφική αναδίφηση.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει (εκτός από αυτό) τα βιβλία του: «Περί ορατών και αοράτων» (Ιωλκός, 2019), «Ψίθυροι νιότης» (Ιωλκός, 2021), «Οι Δον Κιχώτες του χρόνου» (Ρώμη, 2023).

Μακριά από κάθε ομφαλοσκοπική αυτοψυχαναλυτική καλειδοσκόπηση, η συλλογιστική του έχει κοινωνικό πρόσημο.

Ας επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό τής θεματικής και τής αισθητικής του πόνημα (σελ. 58):

 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

 

Πέρα απ’ τη βουλή των εθνών και τους λογισμούς των ανθρώπων

πορεύεται η φύση.

Δύσκολη στράτα.

Μέσ’ από το βράχο πετάγεται καθάριο το νερό της πηγής.

Κι από δίπλα προβάλλει τ’ άσβεστο πυρ της μάθησης.

Καλό θα ήταν να πιστεύουμε στα ποιήματα, όχι στον ποιητή τους.

Αν ήταν τέλειος ο Θεός, θα ήταν τέλειοι κι οι άνθρωποι.

Δεν τους έκανε κατ’ εικόνα κι ομοίωση;

Εμείς πάντως δε λαχταρούσαμε χρυσές πόρτες, μήτε ναούς με ιερά και χώρους αγίων.

Θέλαμε μονάχα το ψωμί του λαού, γιομάτο πολιτισμό και γνώσης πάλη.

Όσον αφορά την αισθητική εκφραστική του ρυθμολογία, αντιπροσωπευτικό είναι το νεορομαντικό («παραδοσιακό» θα έλεγα) ποίημα με τον συμβολικό τίτλο «Πρωινό» (σελ. 12):

 

Νύμφη των πράσινων νερών του Ιουνίου.

Ξεχασμένο βότσαλο που κρατά σφιχτά στον κόρφο του τα μυστι-

κά του ξενιτεμένου γλάρου.

Εποχές γεμάτες βία, κόλαση κι αμάθεια.

Καιροί πολέμων, με την ελπίδα απαγχονισμένη και τα μάτια

γουρλωμένα από τις βόμβες.

Μα κάτω απ’ το χώμα νέοι σπόροι.

Υφαίνουμε το μέλλον της αρετής και του γαλάζιου έρωτα.

Δάκρυα γέμισαν τους ποταμούς του χρόνου.

Δάκρυα της νύχτας των περασμένων καιρών της δόξας.

Σαν μαρμαρένια σκαλιά στην άλλη άκρη του ορίζοντα.

Να μας πηγαίνουν στο φως της άνοιξης ενός άλλου κόσμου.

Με τα «σ’ αγαπώ» ν’ αρμενίζουν στα πελάγη.

Φανάρια των δρόμων φωτίζουν θαμπά τα βήματα των νυχτόβιων,

τη στράτα των χαμένων ευκαιριών.

Μικρούλες πηγές φωτός διασταυρώνουν άθελά τους

τα αιχμαλωτισμένα ιδανικά και τους αλύτρωτους πόθους.

Ύστερα, κατηφόρισα στ’ ακριβό λημέρι που σε γνώρισα.

 

Ο συμβολισμός κατέχει στην λογοτεχνική του φαρέτρα εξέχουσα θέση, όπως φαίνεται στα διαδοχικά ποιήματα με τίτλους «Πρωινό εκ νέου» και «Θάλασσα» (στις σελίδες 14 και 18 αντίστοιχα):

 

Πρωινό εκ νέου

 

Σηκώθηκε μια μέρα βουβή.

Μια εξοργισμένη απελπισία έκοβε βόλτες στα περίχωρα.

Η θάλασσα, της απέραντης ισότητας των υδάτων, έκρυψε τον

ήλιο στα στήθη της.

Και τον ξέβρασε αργότερα.

Είδες πόσο γρήγορα πέρασε η μέρα, ήρθε το δειλινό κι η νύχτα,

ύστερα ξημέρωσε ξανά και πάλι;

Ανηφορίσαμε στη γειτονιά μας.

«Πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ζωή» μουρμούρισες.

« Ένα γραμμάριο αγάπης σού είχα ζητήσει» σου απάντησα.

«Καλύτερα να σταματήσουμε να ψάχνουμε το κέντρο του κενού,

το ακατανόητο των αλληλεξαρτήσεων και τις εξουσίες των

ηφαιστείων» ψιθύρισες.

 

*

 

Θάλασσα

 

Η θάλασσα, αγάπη μου, η θάλασσα,

αυτή που μας σαγηνεύει με τ’ απέραντο,

που φορές-φορές μάς παίρνει στον κόρφο της για πάντα.

Η θάλασσα, αγάπη μου, η θάλασσα,

αυτή που κρατά τ’ άγνωστο στα στήθη της,

που φορές-φορές μάς καλεί στη γιορτή της αιωνιότητας.

 

Η εικονογράφηση σχηματίζει επάλληλα στρώματα πάνω στα οποία καθιζάνουν πολύτιμα μέταλλα με αστρική σκόνη από πεταλούδες-ψυχάρες που απώλεσαν την θνητότητά τους. Τα κολάζ που κοσμούν αρμονικά τα λεκτικά δομικά μέρη αυτού τού σπάνιου βιβλίου ανήκουν στον ίδιο τον δίγλωσσο Ποιητή Μάξιμο Αλυγιζάκη.

Ποίηση χωρίς κάτι το υπερβατικό δεν νοείται. Είναι εξ ορισμού η υπερπήδηση των εσκαμμένων. Το εσκεμμένο είναι αναπότρεπτο στην ανθρώπινη λογοτεχνική φύση, όταν ατενίζει το Κενό μέσα της κι έξω της προκειμένου να ακροβατήσει ανάμεσα σε δύο απροσδιόριστα άπειρα που πρέπει όμως να οριοθετήσει, να μορφοποιήσει, να καλλωπίσει, να καλλιεργήσει.

Ηρωικό το ποιητικό άθλημα, ειδικά όταν υποστηρίζεται από βιβλιόφιλους εκδότες, που δεν κατέχουν απλώς τη δουλειά τους, αλλά είναι τελειοθήρες συλλέκτες σπανίων τυπογραφημένων μεταισθημάτων.

Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Δημήτρης Κουρκούτης.

 

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας https://konstantinosbouras.gr ποιητής, θεατρολόγος, μεταφρασεολόγος και κριτικός

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.