You are currently viewing Κωνσταντίνος Μπούρας: Σπύρος Βαλάτας, Θέμις και Νέμεσις, Εκδόσεις ΟΤΑΝ, Αθήνα Νοέμβριος 2024, σελ. 294.   

Κωνσταντίνος Μπούρας: Σπύρος Βαλάτας, Θέμις και Νέμεσις, Εκδόσεις ΟΤΑΝ, Αθήνα Νοέμβριος 2024, σελ. 294.  

Είναι εξαιρετικά σπάνιο έως δυσεύρετο ένας διακεκριμένος διεθνής οικονομολόγος να εμφανίζεται δυναμικά στη Λογοτεχνία και να κερδίζει αμέσως εύσημα. Ο Σπύρος Βαλάτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Είναι απόφοιτος του Λεόντειου Λυκείου Νέας Σμύρνης. Είναι Πτυχιούχος καθώς και κάτοχος Master of Science Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Γενεύης στην Ελβετία, καθώς και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Master in Business Administration.

Έχει εργασθεί για πάνω από τριάντα χρόνια σε επενδυτικές εταιρίες, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες, σε όλους τους τομείς των επενδύσεων (δημοσίων και ιδιωτικών), διαχείριση κεφαλαίων, επενδύσεων χαρτοφυλακίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επίσης έχει ιδιαίτερες γνώσεις σε ασφαλιστικά θέματα, διαχείριση ασφαλιστικών ταμείων και σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Είναι μέλος επενδυτικών επιτροπών και στέλεχος στην επενδυτική εταιρία Eurocorp Investment Services με γραφεία στο Παρίσι και στην Αθήνα.

Είναι εξωτερικός Ειδικός Οικονομικός Εμπειρογνώμονας στη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αποστολές σε αναπτυσσόμενες χώρες (Ουκρανία, Μολδαβία, Τυνησία, Ιορδανία) σε τομείς όπως η Διαχείριση του Οργανισμού Δημοσίου Χρέους, ανάλυσης οικονομικών κινδύνων με δημιουργία ειδικών μοντέλων αποτίμησης σε Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας (ΔΕΚΟ), βέλτιστη αξιοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων, έλεγχος κρατικού προϋπολογισμού. Επίσης, έχει εξειδίκευση σε θέματα ενέργειας, κυρίως στον τομέα του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και στο τομέα ανάπτυξης, νομοθέτησης και αξιολόγησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Έχει διατελέσει Επιστημονικός Συνεργάτης του Υπουργού Γεωργίας σε οικονομικά θέματα, του Αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με συμβολή στην δημιουργία του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και πρόσφατα στον Υφυπουργό Εργασίας στον τομέα του Rebrain Greece Strategy.

Έχει υπηρετήσει ως Δημοτικός Σύμβουλος στον Δήμο Βάρης-Βούλας Βουλιαγμένης, Γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου, καθώς και Ειδικός Σύμβουλος Δημάρχου για θέματα οικονομικής διαχείρισης, χρηματοδοτήσεων και προϋπολογισμού. Είναι αιρετό μέλος του Τοπικού Συμβουλίου της Βούλας.

Είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.

 

Δεν χρειάζονται φυσικά συστάσεις προκειμένου να απολαύσει ο επαρκής αλλά και ο μέσος αναγνώστης μία γραφή πολυεπίπεδη, πολυσήμαντη και ταυτόχρονα απολαυστική, με επιστημονικότητα αλλά και την αιγαιοπελαγίτικη χαρά τής ζωής, που εικονοποιείται με τα αξιοθέατα τής νυχτερινής τε και ημερησίας Μυκόνου.

Αλλά πριν αναφερθούμε στην συμβολική επιλογή των δύο αρχαίων θεαινών που εκπροσωπούν την ανθρώπινη και την Θεία Δικαιοσύνη, ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής από το εκπληκτικής δεξιοτεχνίας κεφάλαιο 25.

 

Ένα μικρό σπουργίτι κτυπάει κατά λάθος το τζάμι στο παράθυρο τού υπνοδωματίου τής μικρής Σάρας. Μάλλον κάτι θα άκουσε και φοβήθηκε. Κι από την λαχτάρα του έφυγε από την μεγάλη μουριά που ξεκουραζόταν προς λάθος κατεύθυνση. Η Σάρα πετάγεται από το κρεβάτι της σαστισμένη. Το παράθυρο βρίσκεται στο πίσω μέρος τού σπιτιού και βλέπει στο κέντρο τού μικρού κήπου. Εκεί βρίσκεται όλο περηφάνια η μεγάλη μουριά. Αρσενική, με μεγάλα φύλλα, να δημιουργεί σκιά, να κάθονται οι άνθρωποι να συζητούν ήσυχα. Όχι θηλυκιά, να λερώνει.

Η Σάρα ανοίγει το παράθυρο να δει τί έγινε. Μπαίνει ένα ευχάριστο δροσερό αεράκι, από τον Βαρδάρη. Τής προκαλεί μια μικρή ανατριχίλα. Αλλά την ευχαριστεί. Είναι κατακαλόκαιρο, μέσα Ιουλίου τού 1942. Τις τελευταίες μέρες δεν φυσούσε καθόλου. Η ζεστή είχε γίνει ενοχλητική.

Δεν βλέπει τίποτα και κανέναν. Κλείνει το παράθυρο, βγαίνει από το δωμάτιο, κοιτάει γύρω, βλέπει τις πόρτες τών άλλων υπνοδωματίων ανοιχτές και κατεβαίνει κάτω, στο σαλόνι τού σπιτιού. Ησυχία παντού. «Περίεργο! Είναι Σάββατο και ο μπαμπάς δεν δουλεύει. Είναι πολύ πρωί. Μα πού έχουν πάει όλοι;», σκέφτεται.

Ακούγεται μια φωνή από την κουζίνα, που ήταν δίπλα στο σαλόνι: «Σάρα, έλα να κάτσουμε εδώ και μην κάνεις φασαρία». Ήταν ο Δαβίκος, ο αδελφός της, πέντε χρόνια μεγαλύτερος, δεκατριών χρονών. Μόλις είχε περάσει την μπαρμίτσβα κι ένιωθε ήδη άντρας.

«Τί είναι Δαβίκο, πού είναι οι γονείς, δεν θα πάμε σήμερα στην Συναγωγή;», λέει με αυστηρότητα η Σάρα.

«Η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή, Σάρα. Φώναξαν οι Γερμανοί όλους τους ενήλικες Εβραίους να πάνε να παρουσιαστούν πρωί πρωί στην Πλατεία Ελευθερίας στο κέντρο. Πήγε ο μπαμπάς. Πήγε κι η μαμά να δει τι γίνεται. Μού είπαν να κάτσουμε σπίτι και να μην ανοίξουμε σε κανέναν».

Την πιάνουν τα κλάματα. «Δηλαδή δεν θα ξαναγυρίσει ο μπαμπάς;» και κάνει κίνηση να φύγει από το σπίτι, να πάει να τον βρει. Την αρπάζει ο Δαβίκος. «Σταμάτα, ηρέμησε. Κι εγώ ανησυχώ, αλλά πρέπει να μείνουμε σπίτι. Είναι επικίνδυνο να βγούμε έξω».

Μετά από ώρες γυρίσαν σπίτι. Ο Κύριος Μίνος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Δεν θύμιζε σε τίποτα τον κομψό καταξιωμένο τραπεζίτη Μίνο Σορέλ.  Καταϊδρωμένος και κουρασμένος. Η Κυρία Εσθήρ στεναχωρημένη και με απόγνωση στο πρόσωπο. Αγκαλιάζουν τα παιδιά τους.

Σε λίγο καιρό ο Κύριος Μίνος θα έφευγε σε καταναγκαστικά έργα κάπου στην Ελλάδα.

Πληρωθήκαν χρήματα στους Γερμανούς για να μπορέσουν να τον φέρουν πίσω. Διαμεσολάβησε ο Ραβίνος. Τα βάσανα όμως δεν τέλειωσαν. Οι επόμενοι μήνες ήταν ένα μαρτύριο φόβου και αγωνίας.

Τον Αύγουστο τής επομένης χρονιάς μπήκαμε σε ένα από τα τελευταία τρένα για το Άουσβιτς. Είχαν όλα τελειώσει… ή χειρότερα, όλα μόλις ξεκινούσαν!

Η Κυρία Σάρα σταματάει για λίγο την διήγηση. Η κόρη της τής κρατάει το χέρι. Η Σωσσάνα κάθεται δίπλα της από την άλλη πλευρά τού καναπέ. Απέναντι στην πολυθρόνα κάθεται αυτή την φορά ο Άβνι Μοσέρ. Πάνω στο τραπέζι είναι ένα μαγνητοφωνάκι. Το κλείνει.

«Θέλετε να σταματήσουμε για λίγο; Μιλάτε πολλή ώρα», λέει με πραγματικό ενδιαφέρον ο Άβνι. Εξάλλου είναι και ο ίδιος συντετριμμένος, αφενός διότι έχει μπροστά του ένα θύμα τού Ολοκαυτώματος που επιβίωσε αφετέρου γιατί έχει ανακαλύψει πιθανότατα μια φλέβα χρυσού, όχι τόσο από οικονομικής απόψεως για τον ίδιον, αλλά κυρίως δημοσιογραφικής.

Συνεχίζει η Κα Σάρα: «Ο πατέρας μου ήταν πολύ πετυχημένος τραπεζίτης και κυρίως πολύ καλός στα λογιστικά. Ήταν ανώτατο στέλεχος τής  Τράπεζας ντε Σαλονίκ, τράπεζα που μεταξύ των ιδρυτών ήταν η γνωστή εβραϊκή οικογένεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οικογένεια Αλλατίνη. Την έκλεψαν οι Γερμανοί, όπως και όλα μας τα υπάρχοντα. Ο πατέρας είχε πελάτες τούς μεγαλύτερους Εβραίους εμπόρους, βιομήχανους κι επιχειρηματίες τής Θεσσαλονίκης – και όχι μόνον. Έρχονταν και από άλλες πόλεις να τον συναντήσουν…

»Γύρω στα 1930, … όχι, 1931 ήτανε, γιατί ο αδελφός μου ήταν ενός έτους, και όπως μάς έλεγε ο μπαμπάς, έγινε ένα πογκρόμ στην Θεσσαλονίκη σε μια περιοχή που λεγόταν Κάμπελ. Ήταν μια φτωχογειτονιά όπου έμεναν Εβραίοι, οι οποίοι είχαν μετακινηθεί εκεί μετά από μια πυρκαγιά που είχε συμβεί δεκαπέντε χρονιά νωρίτερα. Η κίνηση αυτή ήταν το επιστέγασμα μιας αλληλουχίας ιστορικών, πολιτισμικών και πολιτικών γεγονότων που στιγμάτισαν την Θεσσαλονίκη μεσοπολεμικά. Δεν έχει νόημα να σάς κουράσω με ιστορικά γεγονότα. Με δυο λόγια, είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια αποεβραιοποίησης τής Θεσσαλονίκης, η οποία ως γνωστόν θεωρείτο “η μικρή Ιερουσαλήμ” και πολλοί ομόθρησκοι έφυγαν μετά από αυτό το περιστατικό…

»Πολλοί πλούσιοι Εβραίοι τής Θεσσαλονίκης πήγαν σε χώρες τής δυτικής Ευρώπης και στην Αμερική, ενώ άλλοι – λιγότερο εύποροι –  στην Παλαιστίνη. Είχε σκεφτεί κι ο πατέρας μου να φύγουμε. Για αυτό τον λόγο έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό και κυρίως στην Ελβετία. Μιλούσε πολύ καλά γερμανικά. Απλώς, τα τελευταία χρόνια πριν τον πόλεμο, είχαν ηρεμήσει κάπως τα πράγματα απέναντι στους Εβραίους κι αυτός όλο το ανέβαλε. Αυτό που είπατε στην εγγονή μου δεν με εντυπωσιάζει. Διότι ο πατέρας μου έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως στην Κοινότητα και, λόγω τών εξελίξεων, είναι πολύ πιθανό κάποιες οικογένειες να τού ανέθεσαν να πάει στην Ελβετία και να κρύψει περιουσιακά στοιχεία, εκεί όπου έκρυβε και τα δικά του…

»Το καλοκαίρι τού 1943, Αύγουστος πρέπει να ήταν, εκκενώθηκε και το τελευταίο γκέτο που είχε απομείνει στην Θεσσαλονίκη. Μάς μάζεψαν οι Γερμανοί στον Σταθμό τού τρένου. Ήρθαν με έναν κατάλογο και φώναξαν τα ονόματά μας. Μετά μάς έβαλαν με την σειρά στα βαγόνια. Κρατούσα σφιχτά το χέρι του μπαμπά μου, μην τυχόν και χαθώ μέσα στην ουρά. Έκανε πολλή ζέστη. Μετά από τρεις μέρες αφόρητης ταλαιπωρίας φτάσαμε στο Άουσβιτς…

»Το τρένο μπήκε ολόκληρο μέσα στο στρατόπεδο. Μάς χώρισαν γρήγορα. Οι ηλικιωμένοι πήγαν από την μία πλευρά. Εκεί είδαμε τον παππού μου και τις γιαγιάδες μου για τελευταία φορά. Πήγαν κατευθείαν στα κρεματόρια…

»Μετά χώρισαν τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά. Ο αδελφός μου, επειδή ήταν σχετικά ψηλός, πήγε με τον πατέρα. Εμένα με έβαλλαν με τα παιδιά…

»Τα παιδιά ζούσαμε σε ένα κτίριο κοντά στο ιατρείο. Οι κοιτώνες ήταν τόσο μικροί που ίσα ίσα χωρούσαμε να κοιμηθούμε. Ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για προσωρινή διαμονή, αφού εξάλλου όλοι μας είμασταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Συχνά ερχόντουσαν στρατιώτες και μάς έδιναν γλυκά και γλειφιτζούρια για να μάς καλοπιάνουν ώστε να μην διαμαρτυρόμαστε όταν μάς πήγαιναν στο ιατρείο για πειράματα.

»Δυο παιδιά, που ήταν δίδυμα και κοιμόντουσαν λίγο πιο πέρα από εμένα, είχαν γυρίσει ένα απόγευμα τελείως ωχρά. Είχαν κάνει διαφορετικές ενέσεις στο καθένα για να διαπιστώσουν τις αντιδράσεις τους σε κάποιους ιούς. Το ένα δεν ξύπνησε το πρωί. Αμέσως θανάτωσαν και το δεύτερο ώστε να κάνουν αυτοψία. Ήθελαν να καταγράψουν στατιστικά στοιχεία σε ταυτόχρονο θάνατο διδύμων, επειδή στην πραγματική ζωή αυτό ήταν εξαιρετικά σπάνιο. Είχα μάθει να ζω με την σκέψη ότι ανά πάσα στιγμή θα έρθει το τέλος.

»Τελείως τυχαία, η μητέρα μου επελέγη να δουλέψει στον τομέα “Καναδάς”, στο ανατολικό μέρος τού στρατοπέδου. Είναι  το μέρος όπου συγκεντρώνονται τα ρούχα και τιμαλφή τών κρατουμένων. Η δουλειά της ήταν να ξεχωρίζει χρήματα, χρυσαφικά και πολύτιμες πέτρες, πολλές φορές ραμμένες μέσα στα ρούχα. Στη συνέχεια, ομάδα στρατιωτών καταχωρούσαν τα πάντα σε βιβλία και κατ’ αντιστοιχίαν σε χρηματοκιβώτια…

»Επικεφαλής ήταν ένας νεαρός αξιωματικός. Νομίζω λεγόταν Ότο, το επώνυμο δεν το θυμάμαι»…

«Λένς, Ότο Λένς, λεγόταν Κυρία Σάρα», συμπληρώνει με χαμηλή φωνή ο Άβνι ώστε να μην διαταράξει τον ειρμό τής σκέψης της, δείχνοντας όμως παράλληλα πόσο μελετημένος ήταν και πόσο εις βάθος έρευνα είχε διεξάγει.

«Έχετε δίκιο Κύριε Μοσέρ. Σας ευχαριστώ για την βοήθεια…

»Ο συγκεκριμένος αξιωματικός δεν ήταν σαν τους άλλους. Δεν έδειχνε να έχει την σαδιστική διάθεση που είχαν οι υπόλοιποι SS στο στρατόπεδο. Παρόλο που ήταν νέος, επειδή φορούσε μικρά στρογγυλά γυαλιά και όλο ασχολούταν με την καταγραφή τών περιουσιακών στοιχείων, έδειχνε μεγαλύτερος. Φαινόταν να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα τιμαλφή παρά για την εξόντωση τών Εβραίων…

»Η μητέρα μου προσπαθούσε να μάθει νέα μας. Κάποια στιγμή έφτασε στα αυτιά της τί γινόταν στο κτίριο με τα παιδιά. Άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. Οι άλλες τής έλεγαν να ησυχάσει γιατί θα την εκτελέσουν. Στην απόγνωση της αποφασίζει να πάει στον Ότο. Χωρίς ενδοιασμό τού προτείνει να τού δώσει ένα δακτυλίδι με ένα διαμαντάκι που ήταν το δώρο γάμου τού πατέρα μου, και – όπως έμαθα αργότερα – το είχε καταπιεί για να μην το βρουν στην πρώτη διαλογή, αρκεί να με πάρει μαζί της. Τα κατάφερε. Μετά από λίγες μέρες πήγα και εγώ στον τομέα “Καναδάς”…

»Ο πατέρας μου και ο αδελφός μου από την άλλη πλευρά, ήταν σε άθλια κατάσταση. Κάθε πρωί, μαζί με πολλούς άλλους άντρες, περπατούσαν ώρες μέσα στο κρύο και τα χιόνια για να πάνε για δουλειά. Τους πήγαιναν σε ένα εργοστάσιο κοντά στο στρατόπεδο κι έφτιαχναν κάποια υλικά. Το βράδυ γυρνούσαν εξαντλημένοι. Όσοι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν, εκτελούνταν επί τόπου. Όσοι βοηθούσαν άλλους, εκτελούνταν…

»Τα πρωινά και τα απογεύματα μάζευαν κρατούμενους στην πλατεία και φώναζαν ονόματα για να πάνε υποτίθεται για ντους. Κάθε μέρα. Την μια στιγμή αδειάζαν οι κοιτώνες και ξαναγέμιζαν πάλι από νέα πρόσωπα. Νέα τρένα έρχονταν ασταμάτητα από όλα τα μέρη τής Ευρώπης. Συνέχεια και συνέχεια. Την μία μέρα βλέπαμε κάποια πρόσωπα που δεν τα ξαναβλέπαμε ποτέ…

»Στις αρχές του 1944, μέσα Φεβρουάριου, έκανε πολύ κρύο θυμάμαι, μάς είχαν στείλει να βάλουμε κάτι ρούχα σε ένα καμιόνι. Η μητέρα μου είχε μια μεγάλη στοίβα στην πλάτη και εγώ μια μικρότερη. Καθώς έστριψε το βλέμμα της προς την πλατεία μπροστά στα διπλανά κτίρια είδε τρεις άνδρες κρεμασμένους. Πλησιάζει αργά να μην την πάρουν χαμπάρι. Κι εγώ παραδίπλα. Όσο πλησιάζαμε μάς είχε κυριεύσει μία αόριστη ανησυχία. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί νιώθαμε ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Ότι ανάμεσα στους κρεμασμένους ήταν κάποιος δικός μας άνθρωπος. Όταν φτάσαμε σε απόσταση να ξεχωρίσουμε τις φιγούρες είδαμε τον αδελφό μου να κρέμεται στην μέση. Η μητέρα μου κατέρρευσε. Εγώ έχασα το φως μου. Κλαίγαμε χωρίς σταματημό»…

Σε αυτό το σημείο τής έφυγαν δυο δάκρυα από τα μάτια της και τα σκούπισε με το χέρι.

«Γιαγιά, σταμάτα. Αρκετά!», επεμβαίνει η Σωσσάνα. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά.  Η Κυρία Σάρα τής πιάνει απαλά το χέρι, σαν να της λέει: «Ησύχασε, είμαι καλά»…

Και συνεχίζει:

«Ευτυχώς, εκείνη την στιγμή πέρναγε μία άλλη κρατούμενη από τον τομέα “Καναδάς” και μάς περιμάζεψε, πριν μας καταλάβουν και μάς εκτελέσουν επί τόπου. Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα μου ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ακόμα κι όταν έστειλαν τούς γονείς της στα κρεματόρια, είχε δείξει φοβερή δύναμη ψυχής. Διότι ήθελε πάνω από όλα να σωθούμε εμείς. Τα παιδιά της. Τα αγαπημένα της παιδιά. Που δεν έφταιγαν σε τίποτα να πεθάνουν, επειδή απλά ήταν Εβραίοι. Τον θάνατο τού Δαβίκου, την εικόνα τού κρεμασμένου γιού της, δεν μπορούσε να αντέξει η δύσμοιρη μάνα. Το μαρτύριο ήταν ανυπόφορο…

»Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είχε άλλη επιλογή από το να βάλει σαν στόχο τής ζωής της να προστατεύσει έμενα. Θα θυσίαζε την ίδια της τη ζωή για να ζήσω εγώ. Έπρεπε να επιβιώσω. Έπρεπε να με εξασφαλίσει με κάθε τρόπο…

»Οι στρατιώτες που υπηρετούσαν στο τομέα “Καναδάς” ήταν ξεκάθαρα προνομιούχοι. Δεν πολεμούσαν στο Ανατολικό μέτωπο, όπου οι Γερμανοί πλέον έχαναν την μια μάχη μετά την άλλη. Αλλά προπάντων, είχαν την δυνατότητα να κλέψουν για λογαριασμό τους περιουσιακά στοιχεία, χρήματα, τιμαλφή και ρούχα Εβραίων, που δεν θα τα αναζητούσαν ποτέ, αφού θα πέθαιναν. Αυτά τα φαινόμενα διαφθοράς δεν αποτελούσαν απλώς κρυφό μυστικό, αλλά προκάλεσαν και την αποστολή κλιμάκιου ελέγχου από το Βερολίνο. Πολλοί έμπλεξαν, κι αρκετοί από δαύτους μετατέθηκαν…

»Ο Ότο Λενς όμως έμεινε. Γιατί, εκτός από έξυπνος ήταν και τυχερός. Τυχερός, διότι η μητέρα μου δεν ήθελε να φύγει και να έρθει κάποιος καινούργιος κι άγνωστος. Όταν λοιπόν τα πράγματα είχαν σφίξει και το κλιμάκιο είχε σφραγίσει τους φοριαμούς αξιωματικών και στρατιωτών έτσι ώστε να μην έχουν πρόσβαση και να ελεγχθεί το περιεχόμενο τους, ο Ότο Λεν μόλις γύριζε από υπηρεσιακό ταξίδι στο Βερολίνο. Σαστισμένος και αιφνιδιασμένος δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε ακριβώς, η μητέρα μου το πρότεινε να ξηλώσει το πίσω μέρος τού φοριαμού, να πάρει ότι θέλει και να το ξανακαρφώσει. Σε αυτό το σημείο η μητέρα μου πήρε τεράστιο ρίσκο, διότι ο Ότο θα μπορούσε να το πάρει στραβά και να την σκοτώσει. Τελικά, μετά από αυτό το περιστατικό, όχι απλά δεν την σκότωσε, αλλά την πήρε βοηθό. Κι εμένα μαζί, φυσικά. Είχε μείνει όμως ακόμα κάτι που έπρεπε να κάνει η μητέρα μου: έπρεπε να φέρει εκεί τον άντρα της…

»Στον τομέα “Καναδάς” υπήρχαν ελάχιστοι άνδρες κρατούμενοι, οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για χειρωνακτικές εργασίες. Πώς λοιπόν, θα έφερνε εκεί τον πατέρα; Χρειαζόταν ένα σοβαρό, ένα σημαντικό κίνητρο για να πεισθεί ο Ότο να τής κάνει τέτοιο μεγάλο χατίρι. Εν τω μεταξύ, δεν είχε πολύ χρόνο στην διάθεσή της. Ερχόντουσαν συνέχεια τρένα με κρατούμενους, οι οποίοι με συνοπτικές διαδικασίες πήγαιναν κατευθείαν στα κρεματόρια. Κυρίως από την Ουγγαρία. Άρα, ήταν πολύ πιθανόν ο πατέρας να πέθαινε, πριν προλάβει η μητέρα να τον σώσει…

»Οι εβδομάδες πέρναγαν. Ήταν πολύ προβληματισμένη. Προσπαθούσε να μάθει από άλλες κρατούμενες αν ο πατέρας ζει. Δεν ήταν εύκολο να συνεννοηθούν οι κρατούμενοι. Άλλοι μίλαγαν Yiddish, άλλοι Ladino, καθώς και τις τοπικές γλώσσες τών χωρών προέλευσης. Οι πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες…

»Ένα απόγευμα βλέπω μία φιγούρα που έμοιαζε στον πατέρα μου να μπαίνει στο κτίριο “Καναδάς”. Ήταν αδύνατος, καμπούρης, κουρασμένος και βρώμικος. Ήταν αυτός!!! Τον έφεραν δυο στρατιώτες και τον παρέδωσαν στον Ότο. Είχα σχεδόν ένα χρόνο να τον δω…

»Τρέχω κατά πάνω του και τον αγκαλιάζω κλαίγοντας. Ένιωσα εκστασιασμένη! “Μπαμπάκα μου, μπαμπάκα μου, ζεις!!!. Σε αγαπώ, σε λατρεύω μπαμπάκα μου!”. «Αγάπη μου, κοριτσάκι μου, βλέπω είσαι καλά!”, απαντά εκείνος με κουρασμένη φωνή. Έρχεται και η μητέρα μου. Αγκαλιάζονται σφιχτά. “Πόσο χαίρομαι που είστε καλά”, ψελλίζει με χαμηλή φωνή. “Ο Δαβίκος. Πού είναι ο Δαβίκος; Το παιδί μας. Το αγόρι μας”. “Μας το σκοτώσανε. Τα καθάρματα! Οι δολοφόνοι!”, φώναζε η μητέρα μου, κλαίγοντας. Εκείνη την στιγμή ήρθε ο Ότο και μάς επανάφερε όλους στην τάξη. Ο πατέρας μιλούσε πολύ καλά γερμανικά, η μητέρα μέτρια. Είπαν κάτι μεταξύ τους κι αποτραβήχτηκαν σε ένα δωμάτιο…

»Με τον καιρό, ο πατέρας μου απέκτησε επιτελικό ρόλο στην καταγραφή και οριστικοποίηση τών αποθεμάτων στον τομέα “Καναδάς”. Ο Ότο όταν έφευγε για το υπηρεσιακό του ταξίδι άφηνε τον πατέρα μου να παρακολουθεί τούς άλλους συνάδελφους έτσι ώστε να μπορεί να τον ενημερώνει ποιος κλέβει και πόσο. Βέβαια, αυτό γινόταν με προσοχή, διότι πάντα ελλόχευε ο κίνδυνος να νευριάσει κάποιος, ή να είναι μεθυσμένος, ή οτιδήποτε άλλο… και να τον σκοτώσει, έτσι, για πλάκα. Ή να κάνουν κακό στην μητέρα μου ή σε εμένα…

»Σχεδόν όλοι οι μακρινοί συγγενείς, φίλοι και γείτονες, είχαν πεθάνει. Εμείς όμως έπρεπε να ζήσουμε. Και για να γίνει αυτό, οι γονείς μου, απ’ ό,τι είχα καταλάβει,  είχαν υποσχεθεί πολλά χρήματα στον Ότο, τα οποία ήταν κάπου κρυμμένα. Ήξερα ότι ο πατέρας είχε κρύψει χρήματα και άλλα πράγματα στην Ελβετία, αλλά δεν γνώριζα, μέχρι σήμερα που μού το λέτε εσείς, ότι είχε λειτουργήσει και ως εγγυητής περιουσιακών στοιχείων τρίτων προσώπων. Τώρα εξηγούνται πολλά…

»Μετά το καλοκαίρι τού 1944, οι Γερμανοί είχαν σχεδόν ολοκληρώσει ένα μεγάλο κομμάτι από το δολοφονικό τους σχέδιο. Τους τελευταίους μήνες ασχολιόντουσαν με τους Εβραίους κυρίως από την Ουγγαρία. Θυμάμαι ότι επί τρείς μήνες ερχόντουσαν κατά δεκάδες χιλιάδες και μετά σιωπή… τρομακτική σιωπή…

»Επειδή ήταν πλέον σίγουρο ότι ο πόλεμος έχει χαθεί για δαύτους, αποφάσισαν να σβήσουν τα ίχνη τών εγκλημάτων τους. Η απόφαση τους αυτή θεωρώ ότι πάρθηκε ολοκληρωτικά κι αμετάκλητα μετά την τελευταία εξέγερση τών Sonderkommando τον Οκτώβριο που προσπάθησαν να κάψουν τα κρεματόρια και να το σκάσουν από το στρατόπεδο.  Σε αυτό έλαβαν μέρος και Έλληνες, οι οποίοι είχαν κλειστεί σε ένα από αυτά και τού έβαλαν φωτιά. Εμείς είχαμε οπτική επαφή διότι ήταν σχετικά κοντά στον “Καναδά”…

»Τότε συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Επειδή περικυκλώθηκαν κι έβλεπαν το μάταιο κάθε αντίστασης επιχείρησαν μια ηρωική έξοδο ψάλλοντας τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Οι γυναίκες που ήμασταν εκεί κοιτούσαμε αποσβολωμένες. Τότε, θυμάμαι, γύρισα όλο περηφάνια και τους είπα ότι είναι Έλληνες κι αυτό που τραγουδούν είναι ο Εθνικός μας Ύμνος. Εκτελέστηκαν όλοι επί τόπου, μπροστά στα μάτια μας…

»Οι επόμενες εβδομάδες κύλησαν με μεγάλη πίεση. Οι Γερμανοί κατέστρεφαν ό,τι στοιχείο μπορούσε να τους ενοχοποιήσει. Μέχρι και τα κρεματόρια γκρέμισαν. Ο πατέρας είχε αποκτήσει, στο μέτρο τού δυνατού, μια ιδιαίτερη σχέση με τον Γερμανό επικεφαλής τού τομέα. Κατ’ εντολήν του έκαιγε και κατέστρεφε αρχεία και στοιχεία. Παράλληλα, πρόσεχε τις τυχόν κλοπές από άλλους Γερμανούς στρατιώτες και τις ανέφερε στον επικεφαλής. Γενικά, η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί. Οι πληροφορίες που έφταναν στο στρατόπεδο ήταν συγκεχυμένες. Ακουγόταν ότι οι Ρώσοι πλησιάζουν να μάς απελευθερώσουν. Και ότι για τον λόγο αυτό οι Γερμανοί θα μάς σκοτώσουν όλους ώστε να μην μείνει κανένας μάρτυρας…

»Πάντως ο πατέρας έδειχνε ήσυχος. Η μητέρα μού είπε κάποια στιγμή που φοβόμουν πολύ ότι ο μπαμπάς είχε κάνει ένα χατίρι στον επικεφαλής και γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρόκειται να μάς συμβεί τίποτα. Στην αρχή δεν την πίστευα, αλλά με τον καιρό έβλεπα ότι υπήρχε ένα αόρατο δίχτυ προστασίας προς εμάς σε σχέση με τους άλλους κρατουμένους. Κατά κάποιο τρόπο είχαμε ησυχάσει και περιμέναμε»…

Εκείνη την στιγμή η Σάρα σταματάει και πίνει μια γουλιά τσάι. Φαίνεται ταραγμένη, μάλλον γι’ αυτό που ετοιμάζεται να πει. Πιάνει το χέρι τής Σωσσάνας και συνεχίζει. Ο Άβνι παρακολουθούσε αποσβολωμένος. Δεν τόλμησε να της κάνει ούτε μια ερώτηση.

«Στα μέσα Δεκεμβρίου γίνεται το αναπάντεχο. Ήταν μια Παρασκευή. Διότι κάθε δεύτερη Παρασκευή ο επικεφαλής έφευγε ταξίδι στο Βερολίνο για αναφορά. Εκείνη όμως η ημέρα δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Ήταν πολύ πρωί. Μόλις είχαμε ξυπνήσει. Εκείνος ήταν ντυμένος με την στολή του κι έτοιμος να φύγει. Μπαίνει στο δωματιάκι που κοιμόμασταν, λέει κάτι στον πατέρα μου. Εκείνος σηκώνεται γρηγορά και πηγαίνει προς την πόρτα. Πάει και η μητέρα μου από κοντά. Λένε κάτι στα γρήγορα. Τη στιγμή που γυρνάνε οι γονείς μου προς τα πίσω για να επιστρέψουν στο κρεβάτι, βγάζει ο Γερμανός το περίστροφο και πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής τον πατέρα μου στο κεφάλι. Πριν προλάβει ν’ αντιδράσει η μητέρα μου, πυροβολεί κι εκείνη, επίσης στο κεφάλι. Σωριάζονται και οι δύο κάτω μπροστά στα μάτια μου. Με κοιτάει, στοχεύει το όπλο του προς έμενα και πυροβολεί. Το όπλο μπλοκάρει. Ξαναπυροβολεί, αλλά ξαναμπλοκάρει. Οι πυροβολισμοί ξύπνησαν τον κόσμο. Αρχίσαν ν’ ακούγονται φωνές. Σαστίζει ο Γερμανός, λέει μια βρισιά και φεύγει τρέχοντας. Δεν τον ξαναείδα ποτέ στην ζωή μου. Αν το έβλεπα θα τον έπνιγα με τα ίδια μου τα χέρια…

»Μετά από μέρες, μπήκαν οι Ρώσοι στο στρατόπεδο και μάς απελευθέρωσαν. Ήμουν χάλια. Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πώς κατάφερα να επιβιώσω. Σχεδόν όλοι οι Γερμανοί είχαν φύγει. Επέζησα χάρις σε μία Ρωσίδα, την Όλγα. Με φρόντισε, αλλά κάποια στιγμή με παρέδωσε στον Ερυθρό Σταυρό. Ήταν σαν άγγελος. Απίστευτης ομορφιάς, αλλά και καλοσύνης. Τής χρωστάω την ζωή μου».

Η Εσθήρ άρχισε να κλαίει. «Μαμά μου, καλή μου μαμά, τί τράβηξες!». Την αγκαλιάζει και την φιλάει.

Η Σωσσάνα είχε μείνει άναυδη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η γιαγιά της έκρυβε τόσα χρόνια ένα τέτοιο μυστικό. «Πόσον πόνο είχε πνίξει. Δεν είχε πει σε κανέναν τίποτα. Μόνο απλοϊκές διηγήσεις. Δεν ήθελε να μάς πικράνει», σκέφτηκε.

Ο Άβνι βλέποντας ότι η συνέντευξη έφτασε στο τέλος της, κλείνει το μαγνητόφωνο και παίρνει τον λόγο: «Κυρία Κορένσκι, νιώθω ιδιαίτερη τιμή που Σάς γνώρισα. Είστε μία μοναδική γυναίκα. Είστε η ζωντανή μαρτυρία τών δεινών που έχει περάσει ο λαός μας. Σάς ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη που μού δώσατε. Σάς υπόσχομαι ότι οποιαδήποτε χρήση της θα γίνει μόνο μετά από την συγκατάθεσή σας και μετά από προηγούμενη συνεννόησή μας»…

Και συνεχίζει: «Όπως είπα και στην εγγονή σας, έχουμε στοιχεία ότι ο πατέρας σας διατηρούσε μια θυρίδα σε μια τράπεζα τής Ελβετίας. Σε αυτή την θυρίδα υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία μεγάλής αξίας. Τιμαλφή, αξιόγραφα, μετοχές, ομόλογα και δικαιώματα σε ακίνητα. Ο πατέρας σας, όπως γνωρίζετε, ήταν τραπεζίτης μεγάλου βεληνεκούς. Επιφανείς οικογένειες τής Θεσσαλονίκης τον είχαν χρίσει πληρεξούσιο. Επίσης, υπήρχε μια επιστολή υπογεγραμμένη από τους συνδικαιούχους τών περιουσιακών στοιχείων, που όριζε – σε περίπτωση θανάτου των δικαιούχων – απόλυτο δικαιούχο τα εν ζωή άτομα θηλυκού γένους, καθώς και τούς απογόνους τους. Ο τελευταίος εν ζωή απόγονος είναι – σύμφωνα με αυτή την επιστολή – η εγγονή σας. Δεν έχουμε βρει άλλους μέχρι σήμερα».

«Από τις πληροφορίες που έχουμε, η συγκεκριμένη θυρίδα δυστυχώς λεηλατήθηκε από έναν Γερμανό αξιωματικό που υπηρετούσε στο στρατόπεδο τού Άουσβιτς-Μπιργκενάου στον Τομέα “Καναδάς”. Το όνομα του ήταν Οτο Λενς και η περιγραφή του ταιριάζει με τον συγκεκριμένο κακούργο που δολοφόνησε εν ψυχρώ τους γονείς σας. Σίγουρα θα είχε και έναν συνεργό, υπάλληλο τής συγκεκριμένης τράπεζας. Αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρόλα αυτά περίσσεψαν αρκετά. Αυτά αβγάτισαν και μεγάλωσαν. Υπολογίζουμε σήμερα ότι ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια Αμερικής…

»Όμως, πριν δεκαπέντε χρόνια η Ελβετία έκανε μια συμφωνία με τις Εβραϊκές Οργανώσεις ανά τον κόσμο να αποζημιώσει τα θύματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που είχαν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε ελβετικές τράπεζες, μην γνωρίζοντας επακριβώς τα ποσά. Μετά από μεγάλη διαπραγμάτευση δέχτηκαν οι τράπεζες να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό και να κλείσει η υπόθεση για πάντα. Η τράπεζα στην οποία διατηρούσε ο πατέρας σας την θυρίδα έλαβε μέρος στην αποζημίωση. Άρα πληρώνοντας ένα τίμημα υφάρπαξε τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, καθώς και άλλα που ίσως δεν γνωρίζουμε…

»Θα διερωτάστε βέβαια πώς τα γνωρίζω όλα αυτά. Πριν γίνω δημοσιογράφος έκανα την στρατιωτική μου θητεία στην Μοσάντ. Εκεί είχα ασχοληθεί εκτενώς με τις χαμένες εβραϊκές περιουσίες εξ αιτίας του Β ’Παγκοσμίου Πολέμου και κυρίως στις περιπτώσεις τού Ολοκαυτώματος. Ως δημοσιογράφος συνέχισα την ίδια προσπάθεια με την βοήθεια πάντοτε τών συνάδελφων στην προηγουμένη υπηρεσία μου. Εξάλλου, το κράτος του Ισραήλ ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το εν λόγω θέμα. Ασχολείται ανελλιπώς με αυτό τα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχοντας επενδύσει πολλά χρήματα, υλικούς και ανθρώπινους πόρους…

»Κατόπιν λοιπόν ενδελεχούς ερεύνης, βρήκαμε την διαδρομή τού χρήματος και διαθέτουμε ατράνταχτα στοιχεία ότι έχει χρησιμοποιηθεί για επενδυτικούς σκοπούς. Επειδή όμως αυτή η υπόθεση έχει πρακτικά κλείσει, νομικά θα ήταν πολύ δύσκολο να μπορέσουμε να βρούμε το δίκιο μας. Θα ήταν ένας μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας με πολλά έξοδα και αβέβαιο αποτέλεσμα. Για αυτό σκεφτήκαμε ότι αν βασιστούμε στις νέες διατάξεις περί ξεπλύματος μαύρου χρήματος, σε συνδυασμό με μια επιθετική δημοσιότητα εναντίον φυσικών και νομικών προσώπων, θα μπορούσαμε να πιέσουμε τις καταστάσεις και να τους εξαναγκάσουμε να καθίσουν στο τραπέζι τών διαπραγματεύσεων».

Η Σωσσάνα εμφανώς κουρασμένη και συντετριμμένη από την όλη κατάσταση ρωτάει τον Άβνι με χαμηλή φωνή, αν μπορούσε να κατονομάσει ποιους γνωρίζει συγκεκριμένα ότι έχουν εμπλοκή στην διαδρομή τού μαύρου χρήματος.

Εκεί που έφτασε η συζήτηση και βλέποντας ότι η οικογένεια και κυρίως η κυρία Σάρα τον εμπιστεύτηκε, αποφάσισε να δώσει λεπτομέρειες.

«Τα περιουσιακά στοιχεία διατηρούνταν σε θυρίδα στην “H&L&K Bank”. Η συγκεκριμένη τράπεζα τα διαχειρίζονταν όλα αυτά τα χρόνια. Πρόσφατα, μέρος αυτών πέρασαν μέσω τής Γενικής Εμπορικής Τράπεζας στην Γαλλία, διαμέσου μίας εκδόσεως ομολογιακού δανείου, στην βιομηχανία “Αλουμίνιο του Νότου”».

Η Σωσσάνα πετάγεται πάνω: «“Αλουμίνιο τού Νότου”, είπατε;».

«Ναι, δεσποινίς Τσίμερμαν», απαντά με προσχηματική απορία ο Άβνι, γνωρίζοντας ότι πέταξε μία βόμβα μεγατόνων στην συζήτηση, την οποία είχε εντέχνως αποκρύψει στην προσωπική τους συνάντηση.

Η Σωσσάνα κάνει μια βόλτα νευρικά γύρω από το τραπέζι και σωριάζεται μέσα στην πολυθρόνα. Η μητέρα της και η γιαγιά της αντιλαμβάνονται ότι κάτι σοβαρό τάραξε την Σωσσάνα.

«Το “Αλουμίνιο τού Νότου” ανήκει στον πατέρα τού φίλου μου τού Φιλίπ», απαντά σχεδόν δακρυσμένη η Σωσσάνα. Και συνεχίζει: «Τί είναι αυτά που λέτε; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Έχετε αποδείξεις; Ο κύριος Πάτρικ, ναζί;».

Η Κυρία Σάρα και η Εσθήρ αγκαλιάζουν την Σωσσάνα, και η Κυρία Σάρα απευθυνόμενη στον Άβνι τού ζητάει με σοβαρό ύφος να τεκμηριώσει τίς κατηγορίες του.

Ο Άβνι συνειδητοποιεί ότι προκάλεσε μεγάλη θλίψη στην Σωσσάνα και προσπαθεί να την καθησυχάσει.

«Δεσποινίς Τσίμερμαν, ακούστε με σάς παρακαλώ. Δεν θεωρώ ότι ο κύριος Πάτρικ ντε Σένμπεργκ είναι ναζί. Ο άνθρωπος είναι επιχειρηματίας. Απλά εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες. Έχει ένα παιδικό φίλο, τον Κύριο Στεφάν Λομπάρ, που είναι υψηλόβαθμο στέλεχος στην Γενική Εμπορική Τράπεζα και βρήκε χρηματοδότηση».

«Ο συγκεκριμένος τραπεζίτης πριν πάει στο Παρίσι, εργαζόταν στην “H&L&K Bank”, στα γραφεία τής Γενεύης. Από τις έρευνές μας, η τράπεζα αυτή έχει ισχυρή συμμετοχή στην Γενική Εμπορική Τράπεζα κι από ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα δεν πήγε στην νέα του θέση τυχαία. Επίσης, η εν λόγω συναλλαγή που έκαναν δεν ήταν η πρώτη, διότι δεν είναι τελείως διάφανος ο τρόπος που απέκτησε ο Κος Σένμπεργκ την εταιρεία του…

»Παράλληλα, οι εν λόγω εμπλεκόμενοι έχουν θεσμικές θέσεις…

»Ο Κύριος Πάτρικ ντε Σένμπεργκ είναι Προέδρος και Διευθύνων Σύμβουλος τού “Αλουμινίου τού Νότου” που είναι εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο τού Παρισιού. Μία τέτοια εμπλοκή θα μπορούσε να του στοιχήσει την θέση του και να δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην πορεία τής μετοχής…

»Ο Κύριος Στεφάν Λομπάρ, όπως σας ανέφερα, είναι υψηλόβαθμο στέλεχος τής Γενικής Εμπορικής τράπεζας, επίσης εισηγμένης στο Χρηματιστήριο τού Παρισιού, είναι εκτεθειμένος σε αντίστοιχες συνέπειες, επιπλέον δε, κανονιστικές εμπλοκές με την Τράπεζα τής Γαλλίας…

»Δεν θέλω να σάς κουράσω άλλο με λεπτομέρειες. Με συγχωρείτε ειλικρινά αν σάς πίκρανα. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Αν δεν θέλετε άλλο να συνεχίσουμε, μπορώ να πηγαίνω. Σκεφτείτε πώς θέλετε να κινηθούμε και είμαι στην διάθεση σας. Έχετε τα στοιχεία μου. Με την άδειά σας, θα ήθελα να γράψω ένα άρθρο με την διήγησή σας στην εφημερίδα μου. Πετάω αύριο για Ισραήλ».

Η Εσθήρ βλέποντας την κατάσταση, την μητέρα της συγκινημένη από τις αναμνήσεις και την κόρη της συντετριμμένη από την συγκυρία τών γεγονότων, απευθύνεται στον Άβνι με πιο ήσυχη φωνή.

«Κύριε Μοσέρ, καταρχάς θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε για την όλη συμβολή σας στην υπόθεση. Όμως, όπως καταλαβαίνετε, εμείς είμαστε απλοί άνθρωποι. Ο άνδρας μου κι εγώ είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν είμαστε πλούσιοι και ισχυροί για να τα βάλουμε με τόσο δυνατούς ανθρώπους. Δεν πρόκειται να τούς νικήσουμε. Το ξέρουμε αυτό εκ πείρας. Δεν έχουμε καν τα χρήματα για τέτοιες αντιπαραθέσεις. Με μεγάλη αυταπάρνηση προσπαθούμε η Σωσσάνα μας να σπουδάσει Ιατρική και προκόψει. Επίσης, η Σωσσάνα έχει δεσμό με τον Φιλίπ. Κάτι τέτοιο θα τίναζε στον αέρα την σχέση τους και κατά συνέπεια την ευτυχία της…

»Είμαστε πολύ ταραγμένες από τα γεγονότα και θα θέλαμε να σκεφτούμε με ηρεμία τίς επόμενες κινήσεις μας. Έχουμε τα στοιχεία σας και θα έρθουμε σε επαφή».

Ο Άβνι μαζεύει ήσυχα, έως αθόρυβα, τα πράγματά του και φεύγει. Είναι φανερά εντυπωσιασμένος από τις εξελίξεις, αλλά και πολύ ικανοποιημένος από αυτές.

«Πάντως, να γνωρίζετε ότι εάν ξεκινήσουμε ένα τέτοιο αγώνα δεν θα είστε μόνες. Όλο το κράτος τού Ισραήλ θα είναι αρωγός σας. Δεν είστε πια απροστάτευτες. Εύχομαι πραγματικά να επικοινωνήσετε το γρηγορότερο δυνατόν μαζί μου».

Την ίδια στιγμή σηκώνεται η Σωσσάνα και πηγαίνει τρέχοντας στο μπάνιο. Ανοίγει το καπάκι τής τουαλέτας και κάνει εμετό.

Την ακολουθεί η Εσθήρ φανερά ταραγμένη. Την αγκαλιάζει. «Είσαι καλά κοριτσάκι μου; Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά σε αναστάτωσαν πολύ. Έλα να κάτσουμε μέσα».

Τής φέρνει ένα ποτήρι νερό.

«Ευχαριστώ πολύ μαμάκα μου. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω εμετό. Έχω κανονίσει να πάω στον γιατρό. Έχω καθυστέρηση στην περίοδο μου».

 

Αυτό δεν είναι ένα τυχαίο απόσπασμα αλλά συγκεντρώνει και ιδεολογικά και ηθικά και θεματολογικά και υφολογικά και ρυθμολογικά και αισθητικά όλη την ουσία ενός ιστορικού μυθιστορήματος, που θα μπορούσε να αναγνωσθεί και ως σύγχρονη τραγωδία, αφού φέρει όλα τα στοιχεία τής Ύβρεως που οδηγεί στην Καταστροφή με την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων αλλά και των απογόνων τους. «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσιν τέκνα». «Έγκλημα και τιμωρία».

Όμως προκειμένου να μην προδώσουμε το μυστικό τής ολοένα και ανερχομένης πλοκής του που δημιουργεί ένα ανεπανάληπτο crescendo στην συνείδηση και στον ψυχισμό τού αναγνώστη, η συνέχεια στο χαρτί και …στην οθόνη (ελπίζω και εύχομαι) λίαν συντόμως.

Από τεχνικής όμως πλευράς θα πρέπει να επισημάνουμε την μετάπτωση τού «τριπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή» σε επιμέρους δραματικά πρόσωπα. Ο αφηγηματικός φακός καταβυθίζεται στο Συλλογικό Ασυνείδητο κι αναδύεται απροσδόκητα μέσα από τις εξατομικευμένες συνειδητότητες.

 

 

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας https://konstantinosbouras.gr   ποιητής, θεατρολόγος, μεταφρασεολόγος και κριτικός

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.