You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ηλίας Βενέζης, χρονικογράφος του ξεριζωμού

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ηλίας Βενέζης, χρονικογράφος του ξεριζωμού

Η γενιά του, όχι η λογοτεχνική – αυτή ήρθε αργότερα όταν χρειάστηκε να μετουσιώσει το βίωμα και την εμπειρία σε μυθοπλασία – έζησε μια από τις φοβερότερες περιόδους της ιστορίας του 20ου αιώνα, αλλά και ολόκληρης της νεοελληνικής ιστορίας.

Μιλάμε για την Μικρασιατική Καταστροφή που καθόρισε τη μοίρα του ελληνισμού και σήμανε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Τότε που οι Έλληνες κλήθηκαν ν’ αντικρίσουν μια πραγματικότητα που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κρυμμένη πίσω από μύθους και ιδεολογήματα.

 

Οι ξεριζωμένοι από τα χώματα της Μικράς Ασίας καταδιωγμένοι από τον Κεμάλ – όσοι εξ αυτών επέζησαν φυσικά – μεταβλήθηκαν σε στρατιές προσφύγων που αναζήτησαν στέγη στη Μητέρα Πατρίδα. Όλη αυτή η συνταρακτική εμπειρία της άτακτης φυγής από τα πάτρια εδάφη αποτέλεσε μια βίαιη, αποτρόπαιη και τραυματική εμπειρία. Τα τρία στάδια αυτής της ζοφερής εμπειρίας είναι: καταδίωξη, ξεριζωμός, προσφυγιά. Κανένας από όσους τα βίωσαν βαθιά στη συνείδησή τους δεν τα ξέχασαν ποτέ.

 

 

«Ήταν η μέρα που γύριζα στη Μυτιλήνη από τα κάτεργα της Ανατολής. Η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο», γράφει ο Ηλίας Βενέζης, «Όλοι ήθελαν να μου σφίξουν το χέρι, να μου μιλήσουν, να με ρωτήσουν για τους δικούς τους, που είχαν μείνει στην απέναντι αιολική γη. Τότε πλησίασε ένας άγνωστος άνθρωπος, ο Μυριβήλης! Μου έσφιξε το χέρι και με ρώτησε:

 

– Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;

 

– Να ξεχάσω! είπα απλά.

 

– Πρέπει να τα γράψεις όλα.

 

– Όλα; ρώτησα με αγωνία.

 

– Όλα».

Η πρώτη σκέψη ήταν φυσικά να ξεχάσει, να μην ξαναζήσει γράφοντας, τα γεγονότα που τον σημάδεψαν  σε μια ηλικία τρυφερή. Ήταν μόλις 18 χρονών. Η πιο φυσική η πιο πηγαία επιθυμία ήταν η απώθηση, «να ξεχάσει».

Ο Ηλίας Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904, σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα, σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος, καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο. Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά του πατέρα του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914, όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919. Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο: αιχμαλωτίστηκε και στάλθηκε στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από αυτά περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το νούμερο 31328.

Κι αυτό το οφείλει στον μέντορά του Στράτη Μυριβήλη που όπως έλεγε: “του έμαθε πώς να κρατάει το μολύβι στο χέρι“.

 

Το Νούμερο 31328 ήταν ακριβώς το βιβλίο που θα του έδινε μια σημαντική θέση στην Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας και ειδικότερα στη λεγόμενη Γενιά του Τριάντα.

Αυτή την καυτή ύλη που του έκαιγε ολόκληρο το κορμί και τη συνείδησή του δεν επέμεινε να την θάψει για να λυτρωθεί και να προχωρήσει στη ζωή του. Την έκανε μυθιστόρημα, διήγηση ψυχωφελή για τους επιγενόμενους.

Το Νούμερο 31328 είναι  ένα βιβλίο-ντοκουμέντο με θέμα τη ζωή στα Τάγματα Εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») και αφηγητή και πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ο Βενέζης σύρθηκε βίαια στα Τάγματα Εργασίας και είναι ένας από τους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Το βιβλίο του είναι ένα συνεχές σφυροκόπημα του αναγνώστη με εξιστορήσεις βασανιστηρίων, εξευτελισμών και οδυνηρών πόνων. Ο άνθρωπος είναι ένας αριθμός, χωρίς πρόσωπο, που σέρνεται μέσα στο βασανιζόμενο πλήθος, μια ύπαρξη χωρίς κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, στον παραλογισμό και στην παραφροσύνη του πολέμου. Οι κριτικοί σημειώνουν ότι ο Βενέζης δεν κάνει διάκριση στον οίκτο του ανάμεσα σε βασανιζόμενους και βασανιστές. Και αυτό είναι κάτι που θα του δώσει παγκόσμια αξία και αναγνώριση, αλλά θα καταστήσει διαχρονικό και το μυθιστόρημά του.

Το βιβλίο είναι ένα συγκλονιστικό χρονικό για τον σωματικό πόνο. Όταν κάποιος κριτικός σημείωνε για το ύφος του βιβλίου «έχει κάτι απ΄ τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός», ο ίδιος ο Βενέζης απάντησε: «Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής».

Το Νούμερο… πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα τη Μυτιλήνης Καμπάνα που διεύθυνε ο Μυριβήλης και το 1931 κυκλοφόρησε σε βιβλίο.

Αρκετά χρόνια αργότερα  ο Βενέζης όταν πια είχε δει και ποια ήταν η αποδοχή του έργου του γράφει:

«Πάνε 21 χρόνια από το 1924 που έγραψα στην πρώτη του μορφή, γυρίζοντας, παιδί, απ’ τα κάτεργα της Ανατολής, το χρονικό τούτο. Το ξαναδούλεψα το 1931, όταν βγήκε σε βιβλίο. Από τότε δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη αυτής της ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που κυνηγημένος απ’ τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο ούτε στον ύπνο. Γι’ αυτό όταν βγήκε πια σε βιβλίο, το Νούμερο 31328, δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ — τέλος πάντων η ζωή όταν είσαι γερός και είσαι νέος έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θ έ λ ε ι ς να ξεχνάς».

Το Νούμερο 31328 αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα της άτυπης  τριλογίας του Βενέζη με θέμα την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά και τον πόνο για τις «χαμένες πατρίδες» της Ιωνίας· τα άλλα δύο είναι η Γαλήνη (1939) και η Αιολική γη (1943).

 

Το Νούμερο 31328 είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα νεοελληνικά μυθιστόρηματα, αφού το διάστημα από το 1961 έως το 2011, κυκλοφόρησε σε 162.920 αντίτυπα,ενώ έχει μεταφραστεί και σε οκτώ ξένες γλώσσες.

Ο νεοελληνιστής Μάριο Βίτι στην Ιστορία του της νεοελληνικής λογοτεχνίας γράφει για το Νούμερο…:

«Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) αφηγείται με φράσεις στεγνές και ασθμαίνουσες τις περιπέτειές του, όταν, παιδί σχεδόν, τον εκτόπισαν οι Τούρκοι του Κεμάλ με τα σώματα αιχμαλώτων, μαζί με άλλους Ρωμιούς της περιοχής της Κυδωνίας, απ’ όπου καταγόταν. Τα επεισόδια σε αναστατώνουν, σε αφήνουν δίχως ανάσα και σου στερούν τη δυνατότητα να προσέξεις τις αδυναμίες ύφους. Η έκθεση είναι ωμή, κοφτή, κάποτε αδέξια. Στην επανέκδοση του βιβλίου ο Βενέζης φρόντισε περισσότερο το ύφος δίχως όμως να θίξει τα βασικά χαρακτηριστικά του».

«Ολόκληρο το βιβλίο προκαλεί την εντύπωση μιας διαρκώς χαίνουσας σωματικής πληγής», παρατηρεί ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Μιλά για τον πόνο και την οδύνη όλων των λαών, για τα σπάνια ίχνη ανθρωπιάς που κάποτε συντηρούνται μέσα στη φρίκη, για την πολύ διδακτική αλλά τελικώς ανεκπλήρωτη ελπίδα ότι κάποτε θα συνετιστούν οι ισχυροί της γης και θα πάψει η επαναλαμβανόμενη οδύσσεια του ανώνυμου πλήθους. Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, στην καρδιά της Ευρώπης, ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία…».

 

«Ό,τι κυρίως προσδιορίζει τον Βενέζη είναι ο βιωματικός χαρακτήρας, ο υποκειμενισμός, το κλίμα της υποβολής κι ένας επώδυνος τόνος συναισθηματισμού και τρυφερότητας, […] που φτάνει κι ως τη γλυκερότητα. Η πεζογραφία του παραμένει κατά βάση βιωματική, κι η ιδιοτυπία του έγκειται στο ότι μέσα απ’ τον υποκειμενισμό του και το αυτοβιογραφικό στοιχείο παρουσιάζει γενικές και ομαδικές καταστάσεις, όποιες έζησε απ’ τα μικρά του χρόνια και σφράγισαν τη ζωή του, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και την προσωπική του στάση. […] Ύφος λιτό και μάλλον μικροπερίοδο, άλλοτε κοφτό, με απότομα σταματήματα τα ροής του λόγου και μονολεκτικές ή σχεδόν μονολεκτικές φράσεις, ώστε περισσότερο να υποβάλλει παρά να δηλώνει τα σημαινόμενα, αφήνοντας κάποιαν αοριστία και κάποια προέκταση σε όσα λέγονται και σε όσα δε λέγονται, για να εκφραστούν καλύτερα μέσα απ’ τη σιωπή», γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος.

Ενώ ο Απόστολος Σαχίνης θεωρεί πως το Νούμερο31328 είναι «μια γυμνή και αστόλιστη σειρά στυγνών και ματωμένων περιστατικών». Όσο για το ύφος του βιβλίου πιστεύει πως είναι «στενογραφικό, πυκνό και αστόλιστο, είναι το ύφος της αγωνίας».

«Το νούμερο 31328 πάνω στη σιδερένια πλάκα που φορούσε στο χέρι του, και που του έσωσε τη ζωή, γιατί δήλωνε ότι ήταν κάποιος, ανθρώπινο ον, στα Τάγματα Εργασίας, βαθιά στην Ανατολή της κακουχίας, ο πατέρας μου δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Το ‘χε πάνω στο γραφείο του, το ‘παιρνε μαζί του όταν πήγαινε ταξίδι» μας πληροφορεί η κόρη του Άννα Βενέζη-Κοσμετάτου.

«Η Γαλήνη είναι ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην περιπέτεια της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα […]  Η δομή του έργου οργανώνεται γύρω από την εγκατάσταση της ομάδας των Φωκιανών προσφύγων στην Ανάβυσσο της Αττικής. Ο συγγραφέας τούς παρακολουθεί από την πορεία τους προς την Ανάβυσσο ως την ολοκλήρωση της εγκατάστασής τους και την αφετηρία πλέον μιας καινούργιας ζωής στην Ελλάδα. Παρότι ο μυθιστορηματικός χρόνος μοιάζει να καλύπτει μια σειρά ετών, δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται περισσότερο για έναν ετήσιο κύκλο, που παρακολουθεί μάλιστα την περιπέτεια της φύσης, από τη φύτευση του σπόρου, τις αντιξοότητες κατά την ανάπτυξη και την υπέρβασή τους ως την τελική καρποφορία, αξιοποιώντας για μία ακόμα φορά το θέμα του ριζώματος. Κεντρικά και σημαίνοντα στην απόδοση της εγκατάστασης λειτουργούν το άξενο του τόπου και η εχθρότητα των ντόπιων, προκλήσεις τις οποίες οι πρόσφυγες καλούνται να υπερνικήσουν, για να κερδίσουν τη μάχη της εγκατάστασης, να νομιμοποιηθούν στη νέα τους ζωή στον καινούργιο τόπο. Ταυτόχρονα, ο Βενέζης επιχειρεί να συνδέσει τους ξεριζωμένους πρόσφυγες με την Ελλάδα, με το ελληνικό παρελθόν, που προβάλλει έντονα στον τόπο της Αναβύσσου, μέσα από τα σπλάχνα του αλλά και πάνω στα επίγεια ερείπιά του», γράφει η μελετήτρια των έργων της προσφυγιάς Τόνια Καφετζάκη.

 

Το Νούμερο 31328 στάθηκε η αφορμή να  στερήσουν  οι Τουρκικές αρχές στον συγγραφέα του τη δυνατότητα να εισέρχεται στην χώρα τους. Δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά τη Μικρά Ασία και το πατρικό του σπίτι το είδε σε φωτογραφίες που του έφερε η αδελφή του.

Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του “Ιδιωνύμου”, από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία. Φυλακίστηκε στο “Μπλοκ C” των φυλακών Αβέρωφ και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.

 

Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.

 

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Εφταλού, ένα παραθαλάσσιο χωριό 4 χιλ. βορειοανατολικά από τη Μήθυμνα με θέα προς την Μικρά Ασία, όπου έχτισε  το σπίτι του, σε ελάχιστη απόσταση πριν το λουτροθεραπευτήριο, το οποίο μετά το θάνατό του, πούλησε  η κόρη του Άννα.

Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα που υπέφερε για πάνω από τρία χρόνια.

 

 

 

 

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.