Ου φονεύσεις. Η όγδοη εντολή
Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα δεν φοβάται να προσεγγίσει, στο νέο της αυτό βιβλίο, το ιδιαίτερα δύσκολο θέμα της αυτοδικίας, ως μέσο εκδίκησης και απόδοσης δικαιοσύνης.
Πόσο αξίζει η ανθρώπινη ζωή; Ποιος έχει το δικαίωμα να την αφαιρέσει; Γιατί ν’ αυτοδικήσει κάποιος; Και ποιος ο ρόλος της Δικαιοσύνης; Και μπορεί αυτή να εξαλείψει τα τραύματα που βαραίνουν τις ψυχές των θυμάτων; Ερωτήματα που συνοδεύουν τις υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπου από καταβολής του.
Κατ’ αυτή την έννοια, μπορεί η εκδίκηση να έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα;
Στην ανθρώπινη φύση υπάρχει μια έντονη επιθυμία για δικαιοσύνη, η οποία, αν δεν ικανοποιηθεί, μέσα από τους θεσμούς και τις κανονιστικές συνθήκες που επιβάλλει η κοινωνία, συχνά εκδηλώνεται με άλλους τρόπους όπως η αυτοδικία, σαν μια μορφή εκτόνωσης, ο ατμός σε μια χύτρα που ζητά διαφυγή και που αποτυπώνεται πολύ γλαφυρά στο διήγημα «Το προξενιό». Εκεί, το θύμα μετατρέπεται σε θύτη ενώ ο κοινωνικός περίγυρος αποδέχεται και επικροτεί, έστω και σιωπηρά, αυτή την αντιστροφή.
Παράλογες συμπεριφορές, ιδιαίτερα όμως εμφανείς σε κλειστές κοινωνίες, όπως εκείνες της ελληνικής επαρχίας, αλλά και σε αστικά περιβάλλοντα που μοιάζουν με νεκροταφεία ψυχών, όπου οι ιδεοληψίες και οι απαράβατοι ηθικοί κώδικες υποβαθμίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα και την οδηγούν στον συμβιβασμό με την απόλυτη εξαθλίωση, αφού κανένα από τα γνωρίσματα της προσωπικότητας -φυσικά, ηθικά, πνευματικά, κοινωνικά- δεν ικανοποιείται, απαξιώνοντας έτσι την ανάπτυξη και την εκπλήρωση της κοινωνικής αποστολής του ατόμου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ανάγκη γι αποκατάσταση του χαμένου και κατεστραμμένου «εγώ» τυφλώνει το νου, αναστατώνει το θυμικό, καταλύει τις όποιες αναστολές, ακόμα και τις βαθιά θρησκευτικές, γίνεται επιθετικός ζόφος, αδιέξοδος δαίμονας όπως η περίπτωση της Γωγούλας, στο πρώτο διήγημα της συλλογής, η οποία, έχοντας χάσει την ψυχική της πια ισορροπία, μετά από τόσους φόνους, φοβάται να θέσει τέρμα στη ζωή της, θεωρώντας τη συγκεκριμένη πράξη ως «μεγάλο κρίμα… ασυγχώρητο»!
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αυτοδικία μπορεί να ερμηνευθεί ως μια πράξη επιβίωσης, ανεξάρτητα από τις συνέπειες της, ή αυτοάμυνας, όπου οι θιγμένοι άνθρωποι νιώθουν ότι είναι υποχρεωμένοι να δράσουν προκειμένου ν’ αποκαταστήσουν την τάξη και τη δικαιοσύνη. Και είναι αξιοθαύμαστοι οι τρόποι που εφευρίσκει ο ανθρώπινος νους για να ικανοποιήσει αυτή την εσωτερική του ανάγκη όπως αυτός -πόσο ευφάνταστος αλήθεια- που επέλεξε η ηρωΐδα του διηγήματος «AC-DC» για να παγιδέψει το θύμα της.
Στην πλειονότητά τους, τα άτομα που βιώνουν ταπείνωση και οδηγούνται σε πράξεις αυτοδικίας είναι γυναίκες. Ωστόσο, αυτό δεν παραβλέπει τις ευαισθησίες που βιώνουν οι άνδρες. Συχνά, τα έντονα συναισθήματά τους μπορεί να τους οδηγούν από την απόλυτη βία στην απόλυτη αγάπη όπως το θαυμάσιο διήγημα «Αγγλικό πρωινό». Ενδεχομένως, αυτή η ακραία προσέγγιση ν’ αποτελεί και το σημείο σύγκλισης με τις γυναίκες, οι οποίες έχουν αναλάβει, εξαιτίας αφενός μιας «ιδιοτροπίας της φύσης αφετέρου της εκμετάλλευσης των κοινωνικών κατεστημένων, το δύσκολο έργο της αυτοθυσίας, με όλες τις συνέπειες που αυτή επισύρει.
Με γλώσσα λιτή και άμεση, τα διηγήματα σε παρασέρνουν στα σκοτεινά βάθη των ηρώων τους, σε μία περιδίνηση από την οποία δύσκολα μπορείς να ξεφύγεις πριν την τελευταία τελεία. Τίποτε όμως δεν αποτυπώνει την τραγικότητά τους καλύτερα από την ειρωνεία με την έννοια του αισθητικού ξαφνιάσματος για την ανάδειξη εναλλακτικών οπτικών γωνιών, όχι για να προκαλέσει γέλιο αλλά για να πλήξει και να πονέσει. Κι αυτή κάθεται σαν πολύχρωμο επικάλυμμα πάνω σ’ όλα τα διηγήματα σαν «Σκόνη» πορσελάνης, για να χυτεύσει σε καλούπια, ανάγλυφα εκμαγεία εσωτερικής ειρήνης.
Υπάρχει τελικά απάντηση στο αρχικό ερώτημα; Οι ιστορίες πάντως της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα μένουν ανοιχτές. Έτσι ο αναγνώστης, κυρίαρχος πλέον των κειμένων αλλά «…Μόνος κι άπελπις/Στη θέα του κενού/Με αβέβαιες πτήσεις/Καταργεί/Την τάξη των πραγμάτων»[1].
[1] Απόσπασμα από το ποίημα της Διώνης Δημητριάδου «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή» Εκδόσεις ΑΩ
Μαρία Βέρρου (19/3/25)