Εισαγωγικά
Ο Wolfgang Iser, Γερμανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγκεκριμένα του ρεύματος της αναγνωστικής ανταπόκρισης, ανήκει στους θεωρητικούς εκείνους που έστρεψαν το μελετητικό ενδιαφέρον από τον συγγραφέα στον αναγνώστη και, υπό αυτή την έννοια, θα λέγαμε ότι εισηγείται έναν εναλλακτικό λόγο για την ανάγνωση. Ο Iser προχωρά στη σύσταση μιας φαινομενολογικής θεώρησης, ανάλυσης και κριτικής για το σύνολο της λογοτεχνίας, δίνοντας έμφαση «στον μικρόκοσμο της ανταπόκρισης» (Φρυδάκη, 2003: 166), επηρεασμένος από τον έργο του Roman Ingarden. Στο παρόν κείμενο, θα παρουσιαστεί το θεωρητικό μοντέλο του Wolfgang Iser και, στη συνέχεια, ένας θεωρητικός αντίλογος σε αυτό.
Το θεωρητικό σχήμα του Wolfgang Iser
Για τον Iser, η λογοτεχνία είναι μια σχέση διπολική και στο λογοτεχνικό κείμενο βρίσκουμε δύο πόλους, οι οποίοι είναι «ο καλλιτεχνικός, που αναφέρεται στο κείμενο που δημιουργείται από τον συγγραφέα, και ο αισθητικός, που αναφέρεται στην πραγμάτωση που τελείται από τον αναγνώστη» (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 32). Το «ιδιάζον χαρακτηριστικό» (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 31) των λογοτεχνικών κειμένων κατά τον Iser είναι το «πλήθος χασμάτων» ή «απροσδιόριστων στοιχείων» (Abrams, 2020: 192), με άλλα λόγια, η «απροσδιοριστία, η οποία «κανονικοποιείται κατά την ανάγνωση, με βάση τις ατομικές εμπειρίες του αναγνώστη, ο οποίος συμμετέχει, έτσι, ενεργά στην παραγωγή» του «νοήματος» (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 31). Το νόημα δηλαδή παράγεται μέσα από την αλληλεπίδραση μεταξύ «του αναγνώστη και της κειμενικής δομής» (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 31).
Κατανοούμε, επομένως, ότι για τον Iser το λογοτεχνικό κείμενο απευθύνει μία πρόσκληση στον αναγνώστη, ζητώντας «την ενεργητική και δημιουργική […]συμμετοχή» από μέρους του (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 32). Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Abrams (2020: 192), στο θεωρητικό σχήμα του Iser «ο αναγνώστης οφείλει να […] συμπληρώσει» τα κενά του λογοτεχνικού έργου «μετέχοντας ενεργητικά σε ό,τι του παρέχει το κείμενο. Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι μια εξελισσόμενη διαδικασία που περιλαμβάνει εικασία, διάψευση, ανασκόπηση, ανασύνθεση και ικανοποίηση». Μέσα από αυτή την διαδικασία ο Iser περιλαμβάνει και «συνυπολογίζει εκ των προτέρων τον λειτουργικό ρόλο του αναγνώστη» (Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 32).
Και στο πλαίσιο αυτό είναι που ο Iser προχωράει στη διάκριση ανάμεσα στον «λανθάνοντα αναγνώστη» και τον «πραγματικό αναγνώστη» (Abrams, 2020: 192̇ Παπαρούση & Κιοσσές, 2023: 32). Όσον αφορά τον λανθάνοντα αναγνώστη, ο Abrams (2020: 192) εξηγεί σχετικά ότι αυτός: «εγκαθιδρύεται από το ίδιο το κείμενο ως το πρόσωπο που αναμένεται να ανταποκριθεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο στις κειμενικές εκείνες δομές που ενθαρρύνουν την ανταπόκριση». Σε ό,τι αφορά τον πραγματικό αναγνώστη, πρόκειται για το αληθινό θα λέγαμε αναγνωστικό υποκείμενο «οι ανταποκρίσεις του οποίου χρωματίζονται αναπόφευκτα από την προσωπική εμπειρία του» (Abrams, 2020: 192).
Η διάκριση μεταξύ λανθάνοντα και πραγματικού αναγνώστη, και κυρίως η έμφαση του Iser στον πρώτο, βασίζεται, όπως εξηγούν οι Παπαρούση & Κιοσσές (2023: 32), στη θεωρητική παραδοχή από μέρους του Iser μιας «εκ των προτέρων δόμηση[ς] του δυνητικού νοήματος από το κείμενο», ενός περιορισμού δηλαδή του εύρους των δυνατών/πιθανών νοημάτων του κειμένου από το ίδιο το κείμενο. Και είναι ακριβώς αυτή η εκ των προτέρων δόμηση του νοήματος, η προκαταβολή των δυνατοτήτων παραγωγής του, που καθιστά απαραίτητη στον Iser τη θεωρητική έμφαση στις κειμενικές δομές, τις «δομές πραγμάτωσης», όπως χαρακτηριστικά τις ονομάζει (Φρυδάκη, 2003: 167), όπως το «ρεπερτόριο» και οι «στρατηγικές» (Φρυδάκη, 2003: 167). Αναλυτικότερα, το ρεπερτόριο είναι «ένα είδος οργάνωσης των περιεχομένων ανάλογα με το σύστημα συμβάσεων (νόρμες) και τους κανόνες που προέρχονται από τα σημασιολογικά συστήματα της εποχής» (Φρυδάκη, 2003: 167). Οι στρατηγικές «παρουσιάζουν στον αναγνώστη κάποιες πιθανότητες συνδυασμού στοιχείων του ρεπερτορίου μεταξύ τους» (Φρυδάκη, 2003: 167). Πιο συγκεκριμένα, ουσιώδεις στρατηγικές, αποτελούν το «προσκήνιο και το παρασκήνιο (θέμα-ορίζοντας)» οι οποίες εξηγούνται ως εξής: «όταν ένα μέρος του κειμένου αναδεικνύεται ως θέμα (έρχεται στο προσκήνιο), τα υπόλοιπα υποχωρούν στο παρασκήνιο […] από το οποίο μπορούν να ανασυρθούν σε μια άλλη ανάγνωση ή σε μια άλλη αναγνωστική στιγμή» (Φρυδάκη, 2003: 167-168).
Σύμφωνα με τη Φρυδάκη (2003: 168), το όλο – αναλυτικό – πρόγραμμα του Wolfgang Iser που προτείνει για τη θεωρία και την πράξη της ανάγνωσης, μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα «τέσσερα επίπεδα»:
- πρώτο επίπεδο: πρόκειται για τη στιγμή του ασυνείδητου, όπου «ο αναγνώστης αποκτά μια πρώτη αντίληψη του κειμένου, ίσως και ασαφή» (Φρυδάκη, 2003: 168),
- δεύτερο επίπεδο: πρόκειται για την «ελεύθερη περιπλάνηση» που πραγματοποιεί ο αναγνώστης στο λογοτεχνικό κείμενο, «συμπληρώνοντας ορισμένα σημεία απροσδιοριστίας σύμφωνα με τις δικές του προσδοκίες» (Φρυδάκη, 2003: 168),
- τρίτο επίπεδο: πρόκειται για τη συνομιλία του αναγνώστη με το ρεπερτόριο του κειμένου (Φρυδάκη, 2003: 168),
- τέταρτο επίπεδο: πρόκειται για τη φάση ολοκλήρωσης της περιπλάνησης του αναγνώστη «στον κόσμο κειμένου», όπου έχοντας «αφυπνισμένη συνείδηση», ο αναγνώστης μπορεί «να ενεργήσει κοινωνικά και πολιτικά» (Φρυδάκη, 2003: 168).
Αντίλογος στο θεωρητικό σχήμα του Wolfgang Iser
Με βάση τα παραπάνω, υπό την οπτική του Iser ο αναγνώστης δεν ακολουθεί απλώς το λογοτεχνικό κείμενο, αλλά έχει κάποια δυνατότητα ενεργητικότητας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος, «με κάθε κείμενο δεν αποκτούμε μόνο εμπειρίες σχετικές με το κείμενο αλλά και εμπειρίες σχετικές με τον ίδιο μας τον εαυτό» (Ίζερ, 2019: 348). Όμως, η δυνατότητα αυτή φαίνεται να παρέχεται στον αναγνώστη εντός των προκαθορισμένων (από το συγγραφέα) ορίων του λογοτεχνικού έργου. Συγκεκριμένα, ο Ίζερ (2019: 346) κάνει λόγο για «πρόσκληση συμμετοχής που απευθύνει το κείμενο στον αναγνώστη». «Το κείμενο» λοιπόν κατά τον Ίζερ «διαθέτει μια αντικειμενική δομή, έστω κι αν η δομή αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί από τον αναγνώστη» (Newton, 2019: 328). Με τα λόγια του ίδιου του Ίζερ (2019: 347), «το νόημα που συγκροτείται κατά την ανάγνωση καθορίζεται από το ίδιο το κείμενο, αν και σε μια μορφή που να επιτρέπει να το κατασκευάσει ο ίδιος ο αναγνώστης».
Τι παρατηρούμε λοιπόν εδώ; Η θέση που επιφυλάσσει ο Iser για τον αναγνώστη είναι θα λέγαμε αυτή μιας πλασματικής ενεργητικότητας, η οποία δεν συγκρούεται με τον συγγραφέα και ούτε καν τον αμφισβητεί. Απλώς τον αναπαράγει από άλλες (ακόμα και αντίθετες) κατευθύνσεις. Αυτή η στάση κάνει τον Iser να φτάνει σε σημείο να μιλά θα λέγαμε για εγκυρότητα της ανάγνωσης. Ο Abrams (2020: 192) σχολιάζοντας τον Iser σημειώνει σχετικά:
τα λογοτεχνικά κείμενα επιδέχονται πάντοτε ένα φάσμα πιθανών νοημάτων. Το γεγονός όμως ότι τα αποβλεπτικά ενεργήματα του συγγραφέα εγκαθιδρύουν όρια – αλλά και εναύσματα – για τις δημιουργικές προσθήκες του αναγνώστη στο κείμενο μας δίνει τη δυνατότητα να απορρίπτουμε ορισμένες αναγνώσεις ως παραναγνώσεις.
Αν και για τον Iser «ο αναγνώστης δεν ανακαλύπτει το νόημα αλλά το παράγει μέσα από τις προβολές της ατομικής του συνείδησης», το νόημα αυτό ωστόσο «προσδιορίζεται» και (περι)ορίζεται από τις κειμενικές δομές, δηλαδή από τον συγγραφέα (Φρυδάκη, 2003: 166-167). Επομένως, παρά την αρχική ανακατεύθυνση των λογοτεχνικών θεωριών, ο αναγνώστης στο σχήμα του Iser θα μπορούσαμε να πούμε, με τους όρους του Agamben (2018: 90), ότι εξακολουθεί να είναι το έρμαιο, το παρακολούθημα μιας «προσταγής», απλά «όχι με την ξεκάθαρη μορφή της προστακτικής αλλά με εκείνη την πιο υποκριτική της συμβουλής, της πρόσκλησης, της προειδοποίησης […] έτσι ώστε η υπακοή σε μια προσταγή να παίρνει τη μορφή της συνεργασίας».
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η σκέψη του Iser είναι παραπλανητική διότι, παρά τον ανατρεπτικό της προσανατολισμό και την επικέντρωση του μελετητικού ενδιαφέροντος στον αναγνώστη (και όχι στο συγγραφέα), είναι θα λέγαμε ουσιοκρατική. Και, υπό αυτή την έννοια, η ριζοσπαστικότητα που εισηγείται φαίνεται να παραμένει ‘προσχηματική’. Παρότι δηλαδή το μελετητικό του ενδιαφέρον στρέφεται στον αναγνώστη, τα θεμέλια της σκέψης του φαίνεται να διέπονται από τη συγγραφοκεντρικότητα των προγενέστερων θεωριών.
Εγείροντας έναν (περεταίρω) αποδομητικό αντίλογο στην θεωρία του Iser, οι Μπλάιχ και Φις απορρίπτουν την «άποψη ότι το έργο ενσωματώνει αντικειμενικούς περιορισμούς για τον αναγνώστη», καθώς όπως εξηγούν «το αντικείμενο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο» (παρατίθεται από Newton, 2019: 329). Πιο συγκεκριμένα, ο Μπλάιχ υποστηρίζει ότι «το λογοτεχνικό νόημα δεν βρίσκεται στο κείμενο αλλά στους αναγνώστες» (παρατίθεται από Newton, 2019: 329).
Ο Φις, αντίστοιχα, εκκινώντας από την αφετηρία του αντιθεμελιωτισμού, υποστηρίζει ότι «το νόημα ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι ξεχωριστό από την αναγνωστική εμπειρία» (παρατίθεται από Newton, 2019: 329), με την έννοια ότι «ενεργούμε σύμφωνα με τα πρότυπα και τους κανόνες που αποτελούν το περιεχόμενο των πεποιθήσεών μας, και συνεπώς σύμφωνα με την ίδια τη δομή της συνείδησής μας» (Φις, 2019: 458). Το όποιο νόημα δηλαδή ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν οφείλεται στο ίδιο «το κείμενο και τον συγγραφέα» αλλά στην «αναγνωστική διαδικασία και τον αναγνώστη» (βλ. Κατσιγιάννης, 2025α). Δεν «κρατά» δηλαδή το λογοτεχνικό κείμενο «μια αλήθεια που ο αναγνώστης οφείλει να ανακαλύψει», αλλά είναι «ο τρόπος και η μεθοδολογία – με την ευρύτερη έννοια – που ακολουθεί ο κάθε αναγνώστης» που ευθύνονται «για το κάθε νόημα», και «όχι ο συγγραφέας και οι προθέσεις του» (βλ. Κατσιγιάννης, 2025α). Ή όπως προκλητικά το θέτει ο Σίνφηλντ (2019: 432) «η κειμενικότητα δεν παρέχει καμία ασφάλεια: κανένας γράφων δεν μπορεί να ελέγξει την ανάγνωση του κειμένου του» και κανένα «κείμενο […] δεν μπορεί να παρεμποδίσει την εξαγωγή» ακόμη και «αντιδραστικών» απέναντί του «συμπερασμάτων».
Συζήτηση
Απαντώντας λοιπόν στο ερώτημα που έθεσα εξαρχής, δηλαδή τι συμβαίνει με τον Wolfgang Iser και το θεωρητικό του σχήμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τελευταίος δεν διεκδικεί την αποδόμηση των προνομίων που απολαμβάνει ο συγγραφέας σε όλη τη συγγραφοκεντική θεωρητική παράδοση, δεν επιδιώκει να υπάρξει μία σχέση ισορροπίας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη ούτε καν παραχωρεί ένα μέρος της εξουσίας του πρώτου στον δεύτερο.[1] Αντίθετα, επιχειρεί μία εικονική θα λέγαμε μετατόπιση, η οποία, εξαιτίας της εικονικότητάς της, διατηρεί τη «δεσποτεία του συγγραφέα» (βλ. Barthes, 2019: 151) και συντηρεί τη μονοκρατορία του. Για τον Iser, ο αναγνώστης εξακολουθεί να εξαρτάται από τον συγγραφέα, όχι μόνο στο πρακτικό λογοτεχνικό πεδίο της παραγωγής του λογοτεχνικού έργου, αλλά και στο πεδίο της ερμηνείας και της εννοιολογικής και ιδεολογικής αποσαφήνισης του περιεχομένου του λογοτεχνικού κειμένου. Παρά δηλαδή τη μελετητική στροφή, ο ρόλος του αναγνώστη φαίνεται να περιορίζεται στην επιτέλεση ενός εγκαλούμενου ρόλου, προβλεπόμενου, προκαθορισμένου και παρεχόμενου από τα πάνω – από το συγγραφικό υποκείμενο στο οποίο και εξαντλείται στο σχήμα του Iser η όποια εγκλητική δυνατότητα.
Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συλλογισμός του Wolfgang Iser προσιδιάζει σε αυτό που ο Barthes (2019: 210) θα ονόμαζε «κατασταλτικό λόγο»:
ο κατασταλτικός λόγος δεν συνδέεται με τη δεδηλωμένη βία αλλά με το Νόμο […] O Νόμος περνά στη γλώσσα ως ισορροπία: προϋποτίθεται μια ισορροπία ανάμεσα σε ό,τι απαγορεύεται και σε ό,τι επιτρέπεται, ανάμεσα στο αξιοσύστατο νόημα και στο ανάξιο νόημα, ανάμεσα στον πειθαναγκασμό της κοινής λογικής και στην ελεγχόμενη ελευθερία των ερμηνειών. Εξού και η προτίμηση του λόγου αυτού στις διακυμάνσεις, στις λεκτικές αντισταθμίσεις, στη θέση και στην υπεκφυγή των αντιθέσεων. Να μην είμαστε ούτε γι’ αυτό ούτε για εκείνο (όμως, αν μετρήσετε δύο φορές τα ούτε, διαπιστώνεται ότι αυτός ο αμερόληπτος, αντικειμενικός, ανθρώπινος ομιλητής είναι υπέρ αυτού, κατά εκείνου). Ο κατασταλτικός αυτός λόγος είναι ο λόγος της ήσυχης συνείδησης, ο φιλελεύθερος λόγος.
[1]
Περισσότερα για τη σχέση αλλά και την εργασία του συγγραφέα και του αναγνώστη, βλέπε τα ακόλουθα: Κατσιγιάννης, M. (2025β). Ανατομία της ανάγνωσης: σκέψεις για τη χειραφετητική δράση της ανάγνωσης. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://thraca.gr/2025/01/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%bd%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7.html, Κατσιγιάννης, M. (2024α). Το ενυπάρχον πολιτικό στη λογοτεχνική δημιουργία ή ο συγγραφέας ως το ευτυχές τερατούργημα της ιστορίας (Α΄ ΜΕΡΟΣ). Ποιείν. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://www.poiein.gr/2024/11/20/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9/ και Κατσιγιάννης, M. (2024β). Το ενυπάρχον πολιτικό στη λογοτεχνική δημιουργία ή ο συγγραφέας ως το ευτυχές τερατούργημα της ιστορίας (Β΄ ΜΕΡΟΣ). Ποιείν. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://www.poiein.gr/2024/11/28/%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%bd%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9-2/
Βιβλιογραφία
Abrams, M. H. (2020). Λεξικό λογοτεχνικών όρων: θεωρία, ιστορία, κριτική λογοτεχνίας (Γ. Δεληβοριά & Σ. Χατζηιωαννίδου, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης.
Agamben, G. (2018). Δημιουργία και αναρχία (Π. Καλαμαράς, Μτφρ., Π. Τσιαμούρας Επιμ.). Αθήνα: Έρμα.
Barthes, R. (2019). Εικόνα, Μουσική, Κείμενο (Γ. Σπανός, Μτφρ., Β. Πατσογιάννης, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Ίζερ, Β. (2019). Η προσκλητική δομή των κειμένων: Η απροσδιοριστία ως όρος της επίδρασης του λογοτεχνικού λόγου. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 341-356). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Κατσιγιάννης, M. (2024α). Το ενυπάρχον πολιτικό στη λογοτεχνική δημιουργία ή ο συγγραφέας ως το ευτυχές τερατούργημα της ιστορίας (Α΄ ΜΕΡΟΣ). Ποιείν. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://www.poiein.gr/2024/11/20/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9/
Κατσιγιάννης, M. (2024β). Το ενυπάρχον πολιτικό στη λογοτεχνική δημιουργία ή ο συγγραφέας ως το ευτυχές τερατούργημα της ιστορίας (Β΄ ΜΕΡΟΣ). Ποιείν. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://www.poiein.gr/2024/11/28/%cf%84%ce%bf-%ce%b5%ce%bd%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9-2/
Κατσιγιάννης, M. (2025α). Αποσταθεροποιώντας το οικουμενικό στην ερμηνευτική διαδικασία: η περίπτωση των ερμηνευτικών κοινοτήτων του Stanley Fish. Στίξη. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://stiksh.com/2025/01/08/apostatheropoiontas-to-oikoumeniko-stin-ermhneutikh-diadikasia/
Κατσιγιάννης, M. (2025β). Ανατομία της ανάγνωσης: σκέψεις για τη χειραφετητική δράση της ανάγνωσης. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2025, από: https://thraca.gr/2025/01/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%bd%cf%89%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7.html
Newton, K. M. (2019). Θεωρία της πρόσληψης και κριτική της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 327-331). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Παπαρούση, Μ., & Κιοσσές, Σ. (2023). Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις.
Σίνφηλντ, Α. (2019). Διαβάζοντας την αμφισβήτηση. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 430-438). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Φρυδάκη, Ε. (2003). Η θεωρία της λογοτεχνίας στην πράξη της διδασκαλίας. Αθήνα:
Κριτική.
Μιχάλης Κατσιγιάννης
(Πάτρα 1997). Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και της Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Πατρών. Το μελετητικό του ενδιαφέρον εντοπίζεται στη θεωρία, την κριτική και τη διδακτική της λογοτεχνίας.