You are currently viewing Rosario Ferré: La muñeca menor . Μτφρ.από τα ισπανικά: Ευμορφία Μαντζαβίνου

Rosario Ferré: La muñeca menor . Μτφρ.από τα ισπανικά: Ευμορφία Μαντζαβίνου

Η μικρότερη κούκλα

                                                                        A prof. José Ramón González García

 

Η γριά θεία από πολύ νωρίς είχε βγάλει το καρεκλάκι της στο μπαλκόνι που έβλεπε στη φυτεία του ζαχαροκάλαμου. ΄Ετσι έκανε πάντα όταν ξυπνούσε και είχε όρεξη να φτιάξει μια κούκλα.

Από νέα λουζόταν συχνά στο ποτάμι, μια μέρα όμως που από  τη βροχή  φούσκωσε το ρεύμα σαν την ουρά του δράκου, είχε νιώσει ως το μεδούλι των οστών μια απαλή αίσθηση σαν από χιόνι. Με το κεφάλι προς το μέρος που αντικατοπτρίζονταν μαύρα τα βράχια πίστεψε ότι μαζί με το βουητό του νερού άκουγε στεναγμούς, τις εκρήξεις του νίτρου στην παραλία – και σκέφτηκε ότι τα μαλλιά της είχαν φτάσει επί τέλους ως τη θάλασσα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένιωσε ένα φοβερό δάγκωμα στη γάμπα της. Την έβγαλαν από το νερό όταν άκουσαν τις φωνές της και την έφεραν στο σπίτι σε φορείο ενώ σφάδαζε από τον πόνο.

Ο γιατρός που την εξέτασε την διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν τίποτα, πιθανότατα την είχε δαγκώσει μια συνηθισμένη τσάγκαρα1. Ωστόσο οι μέρες περνούσαν και η πληγή δεν έκλεινε. Στο τέλος του μήνα ο γιατρός έβγαλε το συμπέρασμα ότι η τσάγκαρα είχε μπει μέσα στο κρέας της γάμπας και προφανώς είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Υπέδειξε να της βάζουν καταπλάσματα από σινάπι μήπως και η ζέστη την ανάγκαζε να βγει. Η θεία έμεινε μια βδομάδα με το πόδι τεντωμένο και με όλη τη γάμπα αλειμμένη με  μουστάρδα. Τελειώνοντας όμως η θεραπεία αποδείχτηκε πως η πληγή είχε πρηστεί ακόμα περισσότερο και μια κρούστα  από πύον την είχε καλύψει, ήταν δε αδύνατον να επιχειρήσεις να την βγάλεις χωρίς να κινδυνέψει όλο το πόδι. Τότε παραιτήθηκε και  αποφάσισε να ζήσει για πάντα με την τσάγκαρα φωλιασμένη  μέσα στη σάρκα της γάμπας της.

Υπήρξε πολύ όμορφη, η τσάγκαρα όμως που κάλυπτε με ατέλειωτους επιδέσμους κάτω από τη φούστα της τής είχε σβήσει κάθε φιλαρέσκεια. Κλείστηκε στο σπίτι απωθώντας όλους τους υποψήφιους μνηστήρες. Στην αρχή αφιερώθηκε στο μεγάλωμα των κοριτσιών της αδερφής της σέρνοντας με αρκετή ευκολία σε όλο το σπίτι το παραμορφωμένο της πόδι. Εκείνη την εποχή η οικογένεια ζούσε ακόμα στο ρυθμό ενός παρελθόντος που άφηνε με νωχέλεια να διαλυθεί  ό,τι την περιέβαλλε, καθώς με παρόμοια μουσικότητα διαλυόταν η κρυστάλλινη λάμπα της τραπεζαρίας σε κομμάτια πάνω στο φθαρμένο τραπεζομάντηλο του τραπεζιού.

Τα κορίτσια λάτρευαν τη θεία. Εκείνη τα χτένιζε, τα έλουζε και τους έδινε να φάνε. Όταν τους διάβαζε παραμύθια κάθονταν γύρω της και σήκωναν στα κρυφά το κολλαριστό βολάν της φούστας της για να μυρίσουν το άρωμα από ώριμο γουανάμπανα1 που έβγαζε το πόδι σε κατάσταση ηρεμίας. Ενόσω τα κορίτσια μεγάλωναν η θεία βάλθηκε με αφοσίωση να τους φτιάχνει κούκλες για να παίζουν.

Στην αρχή ήταν μονάχα συνηθισμένες κούκλες, με σώμα από ιγουέρα3 και μάτια από περισσευούμενα κουμπιά. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου η τέχνη της εξελίχθηκε τόσο που κέρδισε το σεβασμό και την αποδοχή όλης της οικογένειας. Η γέννηση μιας κούκλας ήταν πάντα λόγος ιερής αγαλλίασης ο οποίος και εξηγούσε γιατί ποτέ δεν σκέφτηκαν  να πουλήσουν μια από αυτές. Ούτε καν όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν πια και η οικογένεια άρχιζε να περνάει δύσκολα.

Η θεία αύξανε σε μέγεθος τις κούκλες έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στο μπόι και στα μέτρα της κάθε μιας από τα κορίτσια. Όπως ήταν εννέα και η θεία έφτιαχνε μια κούκλα το χρόνο για κάθε κορίτσι, έπρεπε να υπάρχει χωριστά ένα μέρος του σπιτιού για να μένουν αποκλειστικά οι κούκλες. Όταν η μεγαλύτερη έγινε δεκαοχτώ χρόνων υπήρχαν εκατόν είκοσι έξι κούκλες όλων των ηλικιών στο δωμάτιο. Ανοίγοντας την πόρτα είχες την εντύπωση ότι έμπαινες ή σε περιστερώνα ή στο διαμέρισμα με τις κούκλες στο παλάτι της τσαρίνας ή σε αποθήκη όπου κάποιος είχε βάλει να στεγνώσει μια μεγάλη αρμαθιά από φύλλα καπνού.

Ωστόσο η θεία, έμπαινε στο δωμάτιο όχι απλώς για να ευχαριστηθεί  το θέαμα αλλά, αφού πρώτα έβαζε το σύρτη στην πόρτα, για να σηκώσει με αγάπη κάθε μια από τις κούκλες και κουνώντας να τις νανουρίσει  «έτσι ήσουν όταν έκλεινες χρόνο», «έτσι όταν ήσουν δύο», «έτσι όταν ήσουν τριών», ξαναζώντας τη ζωή της κάθε μιας, ανάλογα με το πόσο χώρο έπιαναν στην αγκαλιά της.

Τη μέρα που η μεγαλύτερη από τα κορίτσια έκλεισε τα δέκα η θεία κάθισε στο σκαμνάκι μπροστά στη φυτεία του ζαχαροκάλαμου και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Καθόταν στο μπαλκόνι μέρες ολόκληρες παρατηρώντας την αλλαγή του νερού που πότιζε τα ζαχαροκάλαμα και έβγαινε από το ρεμβασμό της μόνο όταν την επισκεπτόταν ο γιατρός ή όταν ξυπνούσε με κέφι να φτιάξει μια κούκλα. Άρχιζε τότε να φωνάζει απαιτώντας όλοι οι ένοικοι του σπιτιού να έρθουν να την βοηθήσουν. Μπορούσε τότε κανείς να  δει τις άμαξες της κατοικίας να πηγαινοέρχονται διαρκώς στο χωριό σαν χαρούμενοι πριγκηπικοί αγγελιαφόροι να αγοράσουν κερί, πηλό πορσελάνης, δαντέλες, βελόνες, μασουράκια κλωστές όλων των χρωμάτων. Ενώ έπαιρναν τέλος αυτές οι παραγγελίες, η θεία φώναζε στο δωμάτιό της το κορίτσι που είχε ονειρευτεί εκείνο το βράδυ και του έπαιρνε μέτρα. Μετά του έφτιαχνε μια προσωπίδα από κερί που κάλυπτε με γύψο και από τις δυο πλευρές, μέσα έξω, σαν ένα ζωντανό πρόσωπο ανάμεσα σε δυο νεκρά. Μετά άφηνε να βγει μια κλωστίτσα πάντα χρυσή από ένα λακάκι στο πηγούνι. Η πορσελάνη για τα χέρια ήταν πάντα ιριδίζουσα. Είχε ένα χρώμα ελαφρά εκρού που ερχόταν σε αντίθεση με την κακόγουστη ασπρίλα των προσώπων από πορσελάνη. Για να φτιάξει το σώμα η θεία έστελνε στον κήπο για δέκα τροφαντές ιγουέρας3. Τις έπιανε με το ένα χέρι και με μαεστρία στο χειρισμό  του μαχαιριού τις ξεφλούδιζε μία μία φτιάχνοντας τέλεια κεφαλάκια με πράσινο δέρμα. Μετά τις γύριζε ανάποδα κρεμώντας τις από σκοινί να ακουμπούν στον τοίχο του μπαλκονιού, προκειμένου να στεγνώσουν στον ήλιο και στον αέρα τα σαν από βαμβάκι ασπράδια από κουτσουλιές που άφηναν τα θαλασσοπούλια. Μετά από κάποιες μέρες έξυνε το περιεχόμενο με ένα κουτάλι και με ιώβεια υπομονή το περνούσε από το στόμα της κούκλας.

Το μοναδικό που η θεία δεχόταν να χρησιμοποιήσει στη δημιουργία μιας κούκλας και που δεν ήταν φτιαγμένο από την ίδια, ήταν οι βολβοί των ματιών. Τους της έστελναν ταχυδρομικώς από την Ευρώπη σε όλα τα χρώματα, η θεία όμως θεωρούσε ότι δεν της ήταν χρήσιμοι πριν  τους αφήσει μερικές μέρες στον πάτο ενός ρυακιού, μέχρι να μάθουν να αναγνωρίζουν και την παραμικρή κίνηση από τις κεραίες των τσάγκαρας. Μόνο τότε τους έπλενε με διάλυμα αμμωνίας και τους φύλαγε, αστραφτερούς σαν πολύτιμους λίθους, τοποθετημένους πάνω σε μαξιλαράκια από βαμβάκι μέσα σε ένα τενεκεδένιο κουτί από ολλανδικά μπισκότα. Τα φορέματα στις κούκλες δεν άλλαζαν ποτέ, παρότι τα κορίτσια μεγάλωναν. Έντυνε πάντα τις μικρότερες με κεντημένες τρέσες και τις μεγαλύτερες με μπροντερί υφάσματα, και έβαζε στο κεφάλι της καθεμιάς το ίδιο φουσκωτό και αφράτο σκουφάκι που, σαν το στήθος του περιστεριού,  έτρεμε σε κάθε κίνηση.

Τα κορίτσια άρχισαν να παντρεύονται και να εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία. Την ημέρα του γάμου η θεία δώριζε στην καθεμιά την τελευταία της κούκλα δίνοντάς της ένα φιλί στο μέτωπο και λέγοντάς της με ένα χαμόγελο: «Εδώ έχεις τη δική σου Γιορτή και Ανάσταση». Τους γαμπρούς τους καθησύχαζε βεβαιώνοντάς τους ότι η κούκλα ήταν μόνο κάτι διακοσμητικό συναισθηματικής φύσεως, κάτι που παλαιότερα στα σπίτια συνηθιζόταν να τοποθετούν  πάνω στην ουρά του πιάνου.

Ψηλά από το μπαλκόνι η θεία παρατηρούσε τα κορίτσια να κατεβαίνουν για τελευταία φορά τις σκάλες του σπιτιού κρατώντας  με το ένα χέρι τη λιτή χαρτονένια τετράγωνη βαλίτσα και έχοντας το άλλο χέρι γύρω από τη μέση εκείνης της υπέροχης κούκλας που είχε τη μορφή τους και το ανάστημά τους. Που φορούσε παπουτσάκια από δέρμα σεβρό, λευκές κεντημένες φούστες και εσώρουχα από δαντέλα βαλανσιέν. Τα χέρια και το πρόσωπό τους φαίνονταν λιγότερο διάφανα, είχαν την υφή του κομμένου γάλακτος. Αυτή η διαφορά συγκάλυπτε άλλη πιο λεπτή. Η γαμήλια κούκλα δεν ήταν ποτέ γεμισμένη με κουτσουλιές από θαλασσοπούλια αλλά με μέλι.

Είχαν πια παντρευτεί όλες οι κοπέλες και στο σπίτι έμενε μόνο η πιο μικρή, όταν ο γιατρός έκανε στη θεία την μηνιαία επίσκεψη συνοδευόμενος από το γιο του που μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του στο Βορρά. Ο νεαρός σήκωσε το βολάν της κολλαριστής φούστας και απόμεινε να κοιτάζει εκείνη την τεράστια πρησμένη κύστη που έβγαζε ένα αρωματισμένο υγρό  από την άκρη των πράσινων λεπιών της. Έβγαλε το στηθοσκόπιό του και την ακροάστηκε προσεκτικά. H θεία σκέφτηκε ότι ακροαζόταν την αναπνοή της τσάγκαρα για να πιστοποιήσει αν ήταν ακόμα ζωντανή και παίρνοντάς του το χέρι τρυφερά, το έβαλε πάνω σε ένα συγκεκριμένο σημείο για να αισθανθεί την σταθερή κίνηση από τις κεραίες της τσάγκαρα. Ο νεαρός άφησε να πέσει η φούστα και κοίταξε επίμονα τον πατέρα. “Θα μπορούσατε να το είχατε θεραπεύσει από την αρχή”, του είπε. “Βέβαια”, απάντησε ο πατέρας, “όμως εγώ ήθελα μόνο να έρθεις και να δεις την τσάγκαρα που σου πλήρωνε τις σπουδές για είκοσι χρόνια”.

Στο εξής ήταν ο νεαρός γιατρός που επισκεπτόταν κάθε μήνα την ηλικιωμένη θεία. Το ενδιαφέρον του για τη μικρότερη ήταν γεγονός και η θεία μπόρεσε να αρχίσει την τελευταία κούκλα αρκετά νωρίς. Εμφανιζόταν πάντα με το κολάρο του άμεμπτο, τα παπούτσια του γυαλισμένα και το επίσημο παπιγιόν, παρότι δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι. Αφού εξέταζε  τη θεία, καθόταν στη σάλα αρμόζοντας τη λεπτή σιλουέτα του σε μια κορνίζα οβάλ, ενώ συγχρόνως πρόσφερε στη μικρότερη το ίδιο μπουκέτο από μωβ αμάραντα. Εκείνη, τρατάροντάς τον μπισκοτάκια με τζίντζερ, έπαιρνε το μπουκέτο με τα ακροδάχτυλά της και με πολύ λεπτότητα, όπως όταν πιάνει κάποιος από την κοιλιά έναν ανασκελωμένο σκαντζόχοιρο. Αποφάσισε να τον παντρευτεί γιατί την σκανδάλιζε η κοιμισμένη του όψη και γιατί είχε πια διάθεση να μάθει πώς το τρίβουν το πιπέρι4  .

Την ημέρα του γάμου της η μικρότερη απόρησε πιάνοντας την κούκλα από τη μέση και νιώθοντάς την κάπως χλιαρή, στη συνέχεια όμως το ξέχασε έκπληκτη μπρος στην καλλιτεχνική της τελειότητα. Τα χέρια και το πρόσωπο ήταν φτιαγμένα από φίνα πορσελάνη Μικάδο. Αναγνώρισε στο μισάνοιχτο και λίγο θλιμμένο χαμόγελό της όλα τα δοντάκια που είχε αλλάξει παιδί. Επιπλέον υπήρχε άλλη μια ιδιαίτερη λεπτομέρεια, η θεία είχε τοποθετήσει μέσα στις κόρες των ματιών τα διαμαντένια της σκουλαρίκια.

Ο νεαρός γιατρός την έφερε να ζήσουν στο χωριό, σε ένα τετράγωνο σπίτι σε μια γειτονιά από τσιμέντο. Την υποχρέωνε να κάθεται κάθε μέρα στο μπαλκόνι για να μάθουν όλοι όσοι περνούσαν από το δρόμο ότι ήταν επισήμως παντρεμένος.

Ακίνητη στη θερμοκοιτίδα της η μικρότερη άρχισε να υποπτεύεται ότι ο σύζυγός της δεν είχε μόνο χάρτινη σιλουέτα αλλά και χάρτινη καρδιά. Σύντομα επιβεβαίωσε τις υποψίες της. Μια μέρα αυτός έβγαλε τα μάτια της κούκλας με τη μύτη ενός νυστεριού και τα έβαλε ενέχυρο για να πάρει ένα πανάκριβο ρολόι τσέπης με χρυσή καδένα. Από τότε, η κούκλα ήταν όπως πάντα καθισμένη στην ουρά του πιάνου αλλά με τα μάτια χαμηλωμένα.

Μετά από κάποιους μήνες ο νεαρός γιατρός παρατήρησε ότι η κούκλα δεν βρισκόταν πια στη θέση της και ρώτησε τη μικρότερη τι είχε γίνει. Μια αδελφότητα θρησκευομένων κυριών του είχε προσφέρει ένα σεβαστό ποσό για το πρόσωπο και τα χέρια από πορσελάνη. Ήθελαν να φτιάξουν μια απεικόνιση της Βερόνικας για την περιφορά της τη  Σαρακοστή.

Η μικρότερη του απάντησε πως τα μυρμήγκια είχαν ανακαλύψει τελικά ότι η κούκλα ήταν γεμάτη με μέλι, και σε μια μόνο νύχτα της την είχαν καταβροχθίσει. “Όπως τα χέρια και το πρόσωπο ήταν από πορσελάνη Μικάδο”, είπε, “σίγουρα τα μυρμήγκια τα πέρασαν για φτιαγμένα από ζάχαρη και αυτή ακριβώς  τη στιγμή μάλλον  θα σπάνε τα δόντια τους ροκανίζοντας με βιασύνη δάχτυλα και βλέφαρα σε κάποια υπόγεια τρύπα”. Εκείνη τη νύχτα ο γιατρός έσκαψε όλο το χώμα γύρω από το σπίτι χωρίς να βρει τίποτα.

Πέρασαν τα χρόνια και ο γιατρός έγινε εκατομμυριούχος. Απέκτησε  πελατεία σχεδόν όλο το χωριό, όλους όσους δεν τους ένοιαζε να πληρώσουν ακριβά την επίσκεψη μόνο και μόνο για να μπορέσουν να δουν από κοντά ένα γνήσιο μέλος της ξεπεσμένης αριστοκρατίας των φυτειών ζαχαροκάλαμου. Η μικρότερη καθόταν μόνιμα στο μπαλκόνι, ακίνητη μέσα στα πέπλα της και τις δαντέλες της πάντα με τα μάτια χαμηλωμένα. Όταν οι ασθενείς του συζύγου της καμαρωτοί στα κολάρα τους, με μπαστούνια και φτερά στα καπέλα, έρχονταν κοντά της κουβαλώντας μια σακούλα λεφτά και τα λίπη από τις ικανοποιημένες σάρκες τους, ένιωθαν γύρω τους ένα ιδιαίτερο άρωμα που τους θύμιζε άθελά τους το μέλι που στάζει αργά από ένα γουανάμπανα2. Τότε όλοι ένιωθαν μια ακατανίκητη  διάθεση να τριφτούν στα χέρια της σαν να ήταν φίλοι από παλιά.

Μόνο ένα πράγμα ενοχλούσε την ευτυχία του γιατρού. Παρατηρούσε ότι ενώ αυτός γερνούσε η μικρότερη διατηρούσε το ίδιο πορσελάνινο δροσερό δέρμα που είχε όταν πήγαινε να την επισκεφτεί στο σπίτι της φυτείας. Μια νύχτα αποφάσισε να μπει στο δωμάτιό της να την δει ενώ αυτή κοιμόταν. Παρατήρησε ότι το στήθος της δεν ανεβοκατέβαινε. Τοποθέτησε με προσοχή το στηθοσκόπιο πάνω στην καρδιά της και άκουσε ένα μακρινό κελάρυσμα νερού. Τότε η κούκλα άνοιξε τα βλέφαρά της και από τις άδειες τρύπες των ματιών της άρχισαν να βγαίνουν οργίλες και μαινόμενες οι κεραίες από τις τσάγκαρας.

 

 

1.Τσάγκαρα :είδος οστρακόδερμου παρόμοιο με τη γαρίδα ή καραβίδα.
2.Γουανάμπανα: Τροπικό φρούτο.
3.Τροπικό δέντρο, ποικιλία της συκιάς.
4.Η ανάλογη έκφραση στα ισπανικά του Πουέρτο Ρίκο με κατά λέξη μετάφραση : πώς είναι από μέσα το κρέας του δελφινιού.

 

Rosario Ferré (1938  Ponce – 2016 San Juan, Puerto Rico )

Η Ροσάριο Φερρέ, πορτορικανή πεζογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος, καθηγήτρια στα παν/μια του Puertο Rico, John Hopkins, Berkeley California υπήρξε αγωνίστρια για την ανεξαρτησία του Πουέρτο Ρίκο.
 
Μάιος 2014, Valladolid de Castilla, España.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.